Θα ανακαλέσω στη μνήμη μου, παιδικές αναμνήσεις, εικόνες κι αγωνίες, γύρω από τις προετοιμασίες για τα
” Κόλιαντα ” και τα ” Σόρβα ” .

Έθιμα καθαρά, μόνον για τα αγόρια, εκείνη την εποχή.

Τί να πρωτοθυμηθεί κανείς από ‘κεινα τα νοσταλγικά χρόνια της νιότης;

Παιδιά, μικρά, των χωριών, περιμέναμε με λαχτάρα τον ερχομό των Χριστουγεννιάτικων Γιορτών και διακοπών.

Από νωρίς, οι γονείς μας, μας έβαζαν στο κλίμα των ημερών, με τα χοιροσφάγεια και τις “φούσκες” που τις μετατρέπαμε σε μπάλες.

Πρώτα πρώτα προμηθευόμασταν, τους φακούς, με εφεδρικές λαμπίτσες και μπαταρίες, για να μας φωτίζουν τη νύχτα, μέσα στο μαύρο σκοτάδι, μια και ξυπνούσαμε στις δύο ή τρεις η ώρα για τα κόλιαντα και τα σόρβα ( σούρβα ).

Κι αυτό γιατί, το ηλεκτρικό φως δεν είχε έρθει στα χωριά μας.

Στη συνέχεια, μαζί με τον πατέρα ή τον μπάρμπα, ετοιμάζαμε τις σούβλες και τις ματσούκες.

Οι σούβλες κι οι ματσούκες, ήταν ξύλινες βέργες (φυντάνια) από θάμνο κρανιάς.

Οι βέργες καίγονταν ( καψαλίζονταν ), για να φύγει η φλούδα και να ισιάξουν και να σκληρύνουν, να γίνουν ανθεκτικές.

Οι ματσούκες, μάλιστα έπρεπε να κοπούν με τέτοιο τρόπο, ώστε στο τέλος τους να έχουν μπουντάκι και μετά το καψάλισμα, με το μικρό τσεκούρι και το μαχαίρι να μετατραπεί το μπουντάκι σε γυρτό σχήμα. Τη δε κορυφή, την κάναμε μυτερή, για να τρυπάμε το κρέας που μας φιλοδωρούσαν οι νοικοκύρηδες, στα σόρβα ή να περνάμε τις κολιαντίνες ( ειδικά ψωμάκια σε σχήμα κουλουριού ), που μας χάριζαν οι νοικοκυρές στα κόλιαντα και για να μην φεύγουν από το τέλος.

Επίσης κρέας σουβλίζαμε και στις σούβλες, αλλά έπρεπε να τις κρατούμε δύο, κι ήταν κουραστικό.

Μέσα στη νύχτα, πολλές φορές δεχόμασταν επιθέσεις από μεγαλύτερους άγνωστους, και για να αποφύγουμε τέτοια φαινόμενα, κάναμε ομάδες
( παρέες ) τεσσάρων ατόμων ή κι έξι, και στην παρέα παίρναμε κάναν τρανύτερο από μας.

Οι ματσούκες στα χέρια μας, είχαν κι άλλο ρόλο.

Ήταν οι οδηγοί μας μέσ’ τη νύχτα, μας προστάτευαν από τα σκυλιά, χτυπούσαμε τις εξώθυρες των αυλών για να μας ακούσουν οι νοικοκυραίοι για να μας ανοίξουν κι ακόμη, με την ματσούκα “χαιδεύαμε” τις κοιλιές των συγγενών εγκύων γυναικών ( νύφες, αδερφές ) για να γεννήσουν αγόρια και να ‘ναι γερά σαν το ξύλο της κρανιάς.

Στα σπίτια που επισκεπτόμασταν, μας χάριζαν κι άλλα φιλοδωρήματα, όπως : καραμέλες, σύκα και δαμάσκηνα ξηρά, κάστανα, μανταρίνια, πεντάρες, δεκάρες εικοσάρες κι κάνα πενηντάλεπτο.

Για όλα αυτά, οι μανάδες μας, μας είχαν υφαντούς σάκους, σακούλια, τροβάδες ( ντροβάδες ), κρεμασμένους στον ώμο.

Από νωρίς, την προπαραμονή, κοιμόμασταν όλη η παρέα στο σπίτι του ενός, για να μας ξυπνήσει η νοικοκυρά μάνα, όλους μαζί. Από την αγωνία και την προσμονή, πολλές φορές, δεν κλείναμε μάτι.

Εκείνα τα χρόνια συνήθως τα Χριστούγεννα, είχε χιόνι και το κρύο ήταν τσουχτερό, γι’αυτό ντυνόμασταν γερά και για πανωφόρι, φορούσαμε το κατσιούλι ( μάλλινο υφαντό χοντρό ) .

Μάλιστα, παραβγαίναμε, ποιά παρέα θα ξυπνήσει πρώτη, για να δώσει το στίγμα της πρωτιάς.

Έτσι στο ένα χέρι τον φακό, στον ώμο το σακούλι, στο άλλο χέρι τη ματσούκα ή τη σούβλα, ξεκινούσαμε για τα κόλιαντα ή τα σόρβα, μέσα στη νυχτιά.

Στα σόρβα, κρατούσαμε κουδούνια και κυπριά.

Στο πρώτο άκουσμα των φωνών μας, ” Κόλιαντα μπαμπού μ’ κόλιαντα ” ή
” σόρβα σόρβα σόρβα κι άλλους άι Βασιλτς ” ,τα σκυλιά με τα γαυγίσματα συνόδευαν τις παιδικές φωνές μας, τρομαγμένα από τους ήχους των κουδουνιών και τις φωνές που πλήθαιναν όσο περνούσε η ώρα.

Κι έτσι από σπίτι σε σπίτι μας έβρισκε το χάραμα, μπαιλντισμένους στην κούραση.

Μύτες και μάγουλα κατακόκκινα.

Μάτια φωτεινά, γεμάτο ικανοποίηση και χαρά τα πρόσωπα μας, που φέραμε το μήνυμα της Γέννησης του Χριστού σ’ όλο το χωριό, απ’ άκρη σ’ άκρη και με γεμάτο το σακούλι μας με τα καλούδια των χωριανών μας.

Βαβλιάρας Στέφανος