“Η Σιάτιστα έχει την υπερηφάνειαν ότι ύψωσε σημαίαν μόνη της, προτού έλθη ο στρατός. Με τας φήμας των νικών του Σαραντάπορου και Σερβίων, και πριν ακόμα γνωσθή η κατάληψης της Κοζάνης, μερικοί τολμηροί, ανυπόμονοι, εξεσκούριασαν ολίγα κρυμμένα όπλα και εκύρηξαν την πόλην Ελληνική.

Πρώτος, ένας τύπος τραχύς, σαν βράχος, ο Νικόλας Στρακαλής έβαλε το τσακιστό με την κρεμαστή φούντα φέσι του πατέρα του, που σκότωσαν οι Γκέκηδες σε κάποια επιδρομή εναντίον της Σιατίστης και το εφύλαγε ως Ιερόν κειμήλιον, πήρε το γκρα του και ολίγους νέους, κατέβη στην αγοράν και άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό:
«Ζήτω ο Βασιλεύς Γεώργιος, ζήτω ο Ελληνικός Στρατός»

Οι ολίγοι Τούρκοι των διοικητικών αρχών – διότι και πολλοί ήσαν χριστιανοί – τρέπονται εις φύγην προς την Λιαψίσταν, υποθέτοντες πραγματικήν είσοδον του Ελληνικού Στρατού, συναθροίζονται οι πολίτες, πανηγυρίζουν, υψώνουν την Ελληνική σημαίαν εις το Δημαρχείο, αλλά σκέπτονται περί του πρακτέου.

Ειδοποιούν τον οπλαρχηγόν Μακρήν, κι εν τω μεταξύ σπεύδει ο νεώτερος Στρακαλής, ο φαρμακοποιός, εις το πλησίον χωριό Κοντσικό, όπου υπήρχε και αποθήκη όπλων, με μερικούς άνδρας τους οποίους οπλίζει εκεί, και προσκαλεί εις επανάσταση το χωριό, το οποίον μιμείται και το Τσαρούσινο. Με τους τριάντα αυτούς οπλισμένους φρουρούν την πόλη και έρχεται και ο Μακρής με ενενήντα.”

[ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1912-1913, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – ΗΠΕΙΡΟΣ, ΦΛΩΡΑ-ΚΑΡΑΒΙΑ ΘΑΛΕΙΑ]

Πηγή fb: Λάζαρος Κώτσικας