Ο σοφέρ Μιχάλης Τέγος (δεύτερος από αριστερά στο μπροστινό αυτοκίνητο) και δίπλα του ο Γεώργιος Γεωργίτσης φωτογραφίζονται με παρέα στην περιοχή «Μύλος του Μπούσιου» το 1932.

Η φωτογραφία και τα σχόλια, δημοσιεύθηκαν στο βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών το 2019, φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο ΄΄Γρεβενά 1912-1940 Φωτογραφικά Ντοκουμέντα και Τεκμήρια΄΄ (2018) του υπογράφοντα.

H οικογένεια του Μιλτιάδη Τέγου με καταγωγή από τη Σαμαρίνα, εγκαταστάθηκε στα Γρεβενά κατά τη τελευταία δεκαετία της Οθωμανικής περιόδου. Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια της οικογένειας, που αρχικά δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά με την ενοικίαση ποδηλάτων, από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 ξεκίνησαν την ενασχόλησή τους με τροχοφόρα, στήνοντας την επιχείρησή τους σε κτίσμα στην περιοχή «Αχίλλη» στην ανατολική είσοδο της πόλης.

Λίγα χρόνια αργότερα τα επαγγελματικά τους βήματα στον χώρο της αυτοκίνησης και των μεταφορών, τους κατέστησαν κατόχους πέντε λεωφορείων και φορτηγών, με τα οποία εξυπηρετούσαν την επιβατική, εμπορική και ταχυδρομική κίνηση της περιοχής Γρεβενών κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Τα πέντε αδέλφια ασχολούνταν με τη μεταφορά εμπορευμάτων από τη Θεσσαλονίκη, την Κοζάνη, τα Τρίκαλα και τις γειτονικές πόλεις για τις ανάγκες των επιχειρηματιών της πόλης και των κατοίκων της περιοχής, μετέφεραν τη ταχυδρομική αλληλογραφία και τα δέματα του ταχυδρομικού γραφείου, αλλά με τα λεωφορεία που διέθεταν εξυπηρετούσαν και απλούς πολίτες μεταφέροντάς τους στους τόπους τους.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας Στέργιος Τέγος με το λεωφορείο του είχε αναλάβει κατ’ αποκλειστικότητα την κάλυψη της διαδρομής Γρεβενά-Κοζάνη .

Ο Σταύρος Θεοδοσιάδης, διευθυντής και αρθρογράφος της τοπικής εφημερίδας «Βόρειος Ελλάς» αναφέρει με αφορμή την επίσκεψη του στα Γρεβενά τον χειμώνα του 1935: Μεταβαίνουμε στα Γρεβενά με τον παλαίμαχο σωφέρ της γραμμής Γρεβενά-Κοζάνη κ. Αθανάσιο Κόκκαν. Είναι ο γνωστός «Θανάσης», ο οποίος μαζί με τους λαμπρούς αδελφούς Τέγου, που αποτελούν φαινόμενον αδελφικής ομόνοιας, κρατούν με τα δόντια τακτικήν την ταχυδρομικήν και επιβατικήν συγκοινωνίαν Κοζάνης-Γρεβενών.

Και συνεχίζει: ”Αν καμιά φορά η Ακαδημία Αθηνών αποφασίσει να απονείμη βραβεία αντοχής, εις τους σωφέρ, ασφαλώς το πρώτον έπαθλον αγώνος αντοχής επί «δημοσίας οδού» κατ΄ευφημισμόν θα λάβουν οι σωφέρ οι εκτελούντες τη συγκοινωνίαν Γρεβενών. Αν ερωτούσαμεν τους Γρεβενιώτας ποίους θεωρούν ως τους μεγαλύτερους ευεργέτας των, θα λυπούμεθα πολύ διά την νοημοσύνην των και την αγνωμοσύνην των, αν δεν απαντούσαν ότι οι μεγαλύτεροι σύγχρονοι ευεργέται των είναι οι σωφέρ Γρεβενών. Η ζωή στα Γρεβενά αγριεύει χωρίς συγκοινωνίαν, χωρίς επικοινωνίαν. Όταν το βράδυ αργεί να φτάσει το «ταχυδρομικό», αρχίζει μέσα στη ψυχή σας να θεριεύη το δέος της μοναξιάς και ο φόβος ότι ο κόσμος όλος χάθηκε για κείνους που μένουν στα Γρεβενά. Αίφνης στας 8-9μ.μ. το βογγητό του αυτοκινήτου στους «εφτά λάκκους», που είναι ο κλαυθμός και η κόλασις της ζωής, σας επαναφέρει τας ελπίδας και την χαράν της ζωής”.

Ο Κώστας Τέγος, γιος του Στέργιου, ο οποίος επικαλείται μαρτυρία του πατέρα του για τη χρονική περίοδο του Μεσοπολέμο, αναφέρει: Στις ανηφόρες του Σούμπινου (Κοκκινιά) ταλαιπωρούμασταν με τις λάσπες, και κάποιες φορές, κοιμόμασταν μέσα στο αυτοκίνητο. Σε αυτές τις περιπτώσεις το δρομολόγιο από τα Γρεβενά στην Κοζάνη πραγματοποιούνταν με λεωφορεία των 14 θέσεων με δικαίωμα όρθιων υπεράριθμων επιβατών δύο (2) ή με λεωφορεία 19 θέσεων με δικαίωμα όρθιων υπεράριθμων επιβατών τρεις (3) και το δρομολόγιο με άσχημες συνθήκες πραγματοποιούνταν σε πέντε με έξι ώρες.
Κατά την ίδια περίοδο η επιχείρησή τους έφερε τον τίτλο «ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ – ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΑ ΦΟΡΤΗΓΩΝ & ΕΠΙΒΑΤΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΤΕΓΟΥ, ΓΡΕΒΕΝΑ». Σε απόδειξη εκδοθείσα από το πρακτορείο τους, με ημερομηνία 2 Αυγούστου 1931, για τη μεταφορά του μετέπειτα βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας Γρεβενών Γεωργίου Ποντίκα αναγράφεται το ποσό της αμοιβής που ανερχόταν στις 250 δραχμές. Η παραπάνω απόδειξη αναφέρει ότι το ναύλο αφορούσε τη μετάβαση του Ποντίκα μετά των μελών της επιτροπής (πιθανόν του Λαϊκού Κόμματος) στο χωριό Ταξιάρχης μετ’ επιστροφής. Η παραπάνω μετάβαση είναι πιθανόν να πραγματοποιήθηκε με λεωφορείο.

Οι οικογένειες Τέγου με τις άδειες φορτηγών και λεωφορείων που είχαν στην κατοχή τους, διέθεταν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου τον μεγαλύτερο αριθμό αυτοκινήτων στην περιοχή. Το 1933 τα αδέλφια αγόρασαν από την οικογένεια Τζήκα ένα κεντρικό κατάστημα στην πλατεία Αιμιλιανού, το οποίο προγενέστερα είχε παραχωρηθεί με ενοίκιο στον Ιωάννη Κοντογιάννη για τη λειτουργία καφενείου.

Με την κήρυξη του πολέμου τα αυτοκίνητα της οικογένειας επιτάχθηκαν από τον Ελληνικό Στρατό. Όταν έπεσε το μέτωπο, ο Στέργιος Τέγος εντόπισε εγκαταλελειμμένα στην περιοχή της Αθήνας και της Θήβας δύο από τα επιταγμένα φορτηγά της οικογένειας, τα οποία και μετέφερε στα Γρεβενά. Με τα δύο αυτά φορτηγά κατά τη διάρκεια της Κατοχής τα αδέλφια συνεργάστηκαν επ’ αμοιβή για ένα χρονικό διάστημα με τους Γερμανούς στα πλαίσια της κατασκευής ενός αεροδρομίου στη Χαλκιδική.

Την περίοδο εκείνη ο Μιχάλης Τέγος, σύμφωνα με μαρτυρία του γιου του Νικολάου, συχνά μετέφερε παράνομα με το αυτοκίνητο του όπλα από την Κοζάνη στα Γρεβενά, για λογαριασμό των ανταρτών. Αντίστοιχα, ο Στέργιος Τέγος μετέφερε παράνομα προς πώληση από τη γερμανοκρατούμενη πόλη της Κοζάνης στην ιταλοκρατούμενη περιοχή των Γρεβενών σιτάρι μέσα σε βαρέλια και στο ερώτημα των κατοχικών αρχών δήλωνε ότι κουβαλά πετρέλαιο για την κίνηση του αυτοκινήτου του. Η ομάδα του Πούλου, η οποία συνεργαζόταν με τους Γερμανούς, έχοντας πιθανόν ενημερωθεί για τη δράση των μελών της οικογένειας, αναζήτησε τα αδέλφια της οικογένειας, τα οποία ωστόσο γνωρίζοντας τις διαθέσεις τους κατάφεραν και κρύφτηκαν.

Μετά το τέλος του πολέμου, τα πέντε αδέλφια της οικογένειας αναζήτησαν τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που είχαν επιταχθεί.

Έπειτα από μαρτυρικές καταθέσεις στο Σωματείο Πληγέντων Αυτοκινητιστών (Σ.Π.Α), που είχε συσταθεί μεταπολεμικά, κατάφεραν να τους παραχωρηθούν οι άδειες των αυτοκινήτων που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Με το τέλος του πολέμου το κατάστημα της οικογένειας στην πλατεία Αιμιλιανού παραχωρήθηκε στον τριτότοκο γιο της οικογένειας Μιχάλη Τέγο, που εκτός από τη συνέχιση ενοικίασης του ως καφενείου στον γιο του Ιωάννη Κοντογιάννη και τη συστέγαση του πρακτορείου του, τοποθέτησε στα χρόνια του Εμφυλίου και χειροκίνητη αντλία πετρελαίου για την τροφοδοσία του λεωφορείου του αλλά και για το λεωφορείο του Ανδρέα Γάκη.

Στο παρόν πρατήριο καυσίμων εργάστηκε το 1947 ο δάσκαλος Ιωάννης Οικονομίδης . Στη συνέχεια ο στόλος των αυτοκινήτων ανανεώθηκε με την αγορά καινούργιων αυτοκινήτων, μέχρι που τα αδέλφια αποφάσισαν να μοιραστούν την κινητή περιουσία τους.

Στον Μιχάλη Τέγο οφείλεται η ιδέα και η πρωτοβουλία χάραξης και κατασκευής του πρώτου δρόμου προς τη Σαμαρίνα το 1953, με την καταβολή μέρους του ποσού από τον ίδιο και τη συνδρομή του Συνδέσμου Σαμαριναίων Θεσσαλονίκης.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε αίτηση του Μιχάλη Τέγου για την αναγνώριση του ως αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης αναφέρεται ότι με αυτοκίνητο του και κατόπιν εντολής του στελέχους του Ε.Α.Μ. Γρεβενών Μιχάλη Χατζή μετέφερε στη Θεσσαλονίκη στελέχη της οργάνωσης κατά τα διάρκεια της Κατοχής.

Κωνσταντίνος Τέγος, συνέντευξη, Κοζάνη, 02/05/2017.

Εφημ. Βόρειος Ελλάς,06/04/1930.

Γ.Α.Κ Κοζάνης, έγγραφο υπ’ αριθμ. 133/03-05-1940 της 213 Μικτής Κ. Δ. Αυτοκινήτων Λαρίσης-Κοζάνης προς τη Νομαρχία Κοζάνης.
Δημήτριος Τζήκας, συνέντευξη, Γρεβενά, 25/8/2013.
Νίκος Τέγος, συνεντεύξεις, Γρεβενά, 16/7/2011 και 30/4/2017.
Κώστας Οικονομίδης, συνέντευξη, Θεσσαλονίκη, 18/06/2017.
Σύνδεσμος Σαμαριναίων Θεσσαλονίκης «Ο Σμόλικας», Η Σαμαρίνα στο διάβα του χρόνου, εκδ. Ελίμεια Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2009.