Το σουτζούκι δεν έπρεπε να το φάμε πριν ρίξει το πρώτο χιόνι. Χιόνι καλό όμως και πολύ και όχι το χιόνι της γάτας που έλεγαν. Αν τρώγαμε πριν ρίξει αυτό το καλό και πλούσιο χιόνι τα σουτζούκια θα γινόταν χαμόργκες και θα γέμιζαν τα χωράφια μας που είχαμε κρόκο και θα μας τον κατέστρεφαν.

Στο γάμο εκείνα τα χρόνια η πεθερά έπρεπε να έχει ένα σουτζούκι για την ημέρα του γάμου της κόρης της. Δεν μπορούσε να γίνει γάμος χωρίς να κρεμάσουν σουτζούκι στο κουστούμι του γαμπρού. Όταν έφτανε ο γαμπρός στο σπίτι της νύφης με τα μπουρατίμια και το σόϊ του, πριν μπει στο σπίτι της νύφης για να σκίσει την κότα που φρόντιζε να ψήσει η πεθερά και να δείξει πόσο δυνατός ήταν μπροστά στους φίλους του και στο σόϊ του, σταματούσε στην αυλή του σπιτιού, λίγο πιο πριν φτάσει στην εξώπορτα του σπιτιού, αφού πετούσε το ένα μήλο από τα τρία που ήταν καρφωμένο στο φλάμπουρο, προσπαθούσε να περάσει πάνω από τα κεραμίδια δείγμα ότι και αυτός θα ήταν μέλος της οικογένειας τώρα, στεκόταν λίγο πιο πίσω από το παραστάθι, μαζί με τα μπουρατίμια και τους συγγενείς του.

Εδώ οι γονείς της νύφης και οι συγγενείς της έπρεπε να περάσουν, να χαιρετήσουν το γαμπρό, να του ευχηθούν και να του δώσουν δώρα. Οι φίλοι του γαμπρού καθόταν δίπλα του γιατί μέσα σε όλα αυτά, οι συγγενείς της νύφης, έπρεπε να κάνουν διάφορα , να τους ξεγελάσουν να τους αποσπάσουν την προσοχή και να δώσουν κάποιες καλές και δυνατές σφαλιάρες. Έπεφτε δυνατό γέλιο στη φάση αυτή, αν το είχαν καταφέρει να ξεγελάσουν τους φίλους που τα μάτια τους τα είχαν δεκατέσσερα και προσπαθούσαν να μην φάει καμιά μπάτσα ο γαμπρός. Πρώτη ερχόταν η πεθερά στη διαδικασία αυτή με το δώρο που θα έβαζε στο γαμπρό. Συνήθως κάποιο ρούχο καλό είχε να βάλει στον ώμο του. Κρατούσε το σουτζούκι και χρήματα στο χέρι της. Όταν κρεμούσε το σουτζούκι στο πέτο του σακακιού του, ευχόταν να είναι καλός να είναι γερός να έχει τις χάρες όλες. Έτσι μακρύ να είναι το εργαλείο του, να είναι σκληρό να είναι χοντρό να είναι πάντα ευχαριστημένη η κόρη μου και να περνάει καλά. Μετά της φιλούσε το χέρι ο γαμπρός και σιγά σιγά περνούσε όλοι οι συγγενείς της νύφης. Τα μπουρατίμια σε όλη αυτή τη φάση πρόσεχαν να μην τον δείρουν το γαμπρό οι συγγενείς της νύφης και οι φιλενάδες της.

Αν η πεθερά δεν είχε σουτζούκι τότε, μπορούσε να προμηθευτεί από το μαγαζί του Δαβάνη ή Νταβάνης έτσι τον λέγανε. Το μαγαζί του ήταν, αν θυμάμαι καλά το δεύτερο στη σειρά πριν φτάσεις Δημαρχείο. Όταν έφτανες εκεί τα έβλεπες κρεμασμένα στο ταβάνι του μαγαζιού του πολλά, μάλλον σουτζούκι. Δεν ξέρω δεν μπορώ να πω αν ήταν και άλλα εμπορεύματα κρεμασμένα εκεί. Κάποιοι ίσως να γνωρίζουν πιο πολλά και θα μπορούν να μας το πουν. Εκείνο που θυμάμαι στο μαγαζί αυτό υπήρχε και ωραία γκαζόζα. Άκουγες από πολλούς «θα πάω στου Νταβάνη να σνάξου μια γκαζόζα». Πρέπει να έκλεισε όταν πια στην Κοζάνη έγινε το ΨΥ.ΠΑ.ΚΟ. Ψυγεία Παγοποιία Κοζάνης. Αυτοί έβγαζαν διάφορα αναψυκτικά, πορτοκαλάδα, λεμονάδα, γκαζόζα. Το πιο ωραίο αναψυκτικό για μένα ήταν η λεμονάδα.

Να είμαστε καλά.