Αλλαγές στο μικροκλίμα, απώλεια οικοτόπων, θνησιμότητα άγριας ζωής, μείωση γεωργικών εκτάσεων

Το Παράρτημα Δυτικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, με αφορμή την εκρηκτική ανάπτυξη και επέκταση των εγκαταστάσεων Α.Π.Ε. στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας και την εύλογη ανησυχία και προβληματισμό που αυτή δημιουργεί στην τοπική κοινωνία, συγκρότησε μία μη αμειβόμενη Ομάδα Εργασίας για την εκπόνηση σχετικής μελέτης για τις ενδεχόμενες κοινωνικό – οικονομικές, περιβαλλοντικές, αλλά και πολιτισμικές επιπτώσεις αυτής της δραστηριότητας.

Σύμφωνα με αυτήν :

Η επέκταση των Α.Π.Ε. συνδέεται με μια σειρά από μειονεκτήματα, που περιλαμβάνουν την διαταραχή των συνθηκών του μικροκλίματος (θερμοκρασία, υγρασία, ακτινοβολία), την αλλαγή χρήσεων γης, τη μείωση της παραγωγικότητας και την απώλεια την οργανικής ουσίας και της βιοποικιλότητας. την υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους ως προς τις φυσικές και χημικές του ιδιότητες, την αύξηση της διάβρωσης του εδάφους, τη διαταραχή των φυτοκοινωνιών, τον κατακερματισμό την απώλεια ή αλλοίωση των οικοτόπων, τη μείωση των υπηρεσιών του οικοσυστήματος, τη θνησιμότητα άγριας ζωής, την υποβάθμιση της αισθητικής του τοπίου, τη μείωση θέσεων εργασίας από την παύση λειτουργίας των ΑΗΣ παραγωγής ενέργειας και την εμφάνιση πλασματικού περιφερειακού Α.Ε.Π.

Επιπλέον, μπορεί να δημιουργηθεί επικινδυνότητα που αφορά στην ποιότητα του αέρα, στην υγεία των εργαζομένων στις εγκαταστάσεις και το κοινό, από αυξήσεις στα αέρια σωματίδια, από τη μείωση της ορατότητας για τους οδηγούς σε κοντινούς δρόμους, από ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα, καθώς από τοξικές ουσίες που απελευθερώνονται κατά το στάδιο απεγκατάστασης των μονάδων.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τις επιπτώσεις στην άγρια πανίδα και το εκτρεφόμενο ζωικό κεφάλαιο, από την αξιολόγηση των ευρημάτων, προέκυψε ότι η επίδραση στην άγρια πανίδα είναι μεγαλύτερη από αυτή των εκτρεφόμενων ζώων, χωρίς ωστόσο να θεωρείται μη βλαπτική για τα ζώα εκτροφής.

Στην άγρια πανίδα, έχουν καταγραφεί σημαντικά ευρήματα ως προς την απομάκρυνση ειδών από την περιοχή λόγω των κραδασμών και της ηχορύπανσης που προκαλούνται κατά τα στάδια διαμόρφωσης επιφανειών αλλά και των εργασιών εγκατάστασης Φ/Β και αιολικών πάρκων. Κατά το στάδιο λειτουργίας, σημαντική είναι η επίδραση στον πληθυσμό της ορνιθοπανίδας και των πτηνών, κυρίως λόγω προσκρούσεων με ανεμογεννήτριες.

Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι επιπτώσεις των Α.Π.Ε. στο στάδιο αναπαραγωγής των διάφορων ειδών, καθώς συχνά καταστρέφονται τα ενδιαιτήματα που χρησιμοποιούνται ως φωλιές ή καταφύγια. Σημαντική κρίνεται επίσης, η συμβολή στη θνησιμότητα των αρπακτικών πτηνών σε προστατευόμενες περιοχές. Τέλος, σε περιπτώσεις ακραίων καιρικών φαινομένων, έχουν καταγραφεί σημαντικές απώλειες άγριας πανίδας, λόγω της πτώσης πάγου από τα πτερύγια των ανεμογεννητριών.

Στην περίπτωση των εκτρεφόμενων ζώων, το είδος και το μέγεθος των επιπτώσεων εξαρτάται από το είδος σταβλισμού και την κατεύθυνση παραγωγής. Η εγκατάσταση Φ/Β ή αιολικών πάρκων σε βοσκοτόπους ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, επηρεάζουν σημαντικά τη βοσκοϊκανότητατα σε ζώα ελευθέρας βοσκής (π.χ. αιγοπρόβατα, βοοειδή), αναγκάζοντας τους κτηνοτρόφους, να μεταφερθούν σε άλλες περιοχές για την αναζήτηση βοσκήσιμων γαιών. Αντίστοιχα, σε σταβλισμένες εγκαταστάσεις έχουν αναφερθεί περιστατικά μείωσης ποσότητας ή αλλοίωσης της ποιότητας των γαλακτοκομικών προϊόντων λόγω δημιουργίας στρες, από κραδασμούς και θορύβους.

Στην Περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς Α.Π.Ε. που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, ανέρχεται, όπως αναφέρθηκε, σε περίπου 1.326,3 MW η οποία αντιστοιχεί στο 31,4% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος των Α.Π.Ε. της χώρας. Από τα μέχρι τώρα στοιχεία, τα Φ/Β πάρκα καταλαμβάνουν σχεδόν 230.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα 68.000 αφορούν αγροτικές εκτάσεις, οι οποίες αποτελούν το 2,43% της συνολικής επιφάνειας της. Τέλος, όσον αφορά μόνο τις αγροτικές εκτάσεις, αυτά καταλαμβάνουν το 3,52% της χρησιμοποιούμενης αγροτικής γης.

Η ραγδαία ανάπτυξη των Α.Π.Ε. δημιουργεί έντονο προβληματισμό λόγω της συνεχούς μείωσης της χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης που παρατηρείται στην Π.Δ.Μ σε σχέση με τα επίπεδα του 2011.

Επί πρόσθετα, η αποθήκευση της περίσσειας ενέργειας από Α.Π.Ε. απαιτεί τη δέσμευση νέων χερσαίων εκτάσεων για την εγκατάσταση αντίστοιχων υποδομών, εντείνοντας τους προβληματισμούς για τις χρήσεις γης. Ακόμη, η κατεύθυνση για αποθήκευση ενέργειας σε συστήματα αντλησιοταμίευσης ενδέχεται να επιφέρει σημαντική διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων της ευρύτερης περιοχής που σε εποχή έντονης ξηρασίας θα δημιουργήσει πιέσεις στη διαχείριση του νερού μεταξύ της παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας από Α.Π.Ε. και της αγροκτηνοτροφικής παραγωγής της ευρύτερης περιοχής του Άξονα Αμύνταιου – Εορδαίας – Κοζάνης με προφανείς κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις.

Η αποθήκευση ενέργειας μέσω αντλησιοταμίευσης δημιουργεί έναν απρόσμενο και άγνωστο ανταγωνισμό μεταξύ αρδευτικού νερού και νερού που χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της αποθήκευσης, γεγονός που απαιτεί προσεκτική διαχείριση.

Ι.Π.