Το έθιμο, πλέον, διατηρείται από άντρες, τους “Σουρβατζήδες’’.

Σχηματίζονται ομάδες των πέντε ατόμων και άνω, τα λεγόμενα «Μπλίκια». Τα «Μπλίκια» είναι τέσσερα το πολύ έξι. Χωρίζουν το χωριό σε περιοχές και το κάθε «Μπλίκι» παίρνει και από μια περιοχή. Είναι σημαντικό να περάσουν από όλα τα σπίτια, να μην ξεχαστεί κανένα εκτός… από αυτά που έχουν πένθος ή ο νοικοκύρης του έχει ενημερώσει από νωρίς ότι δεν θα τους δεχτεί . Ξεκινάνε αφού πέσει το σκοτάδι παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Σε κάθε «Μπλίκι» «ορίζετε» και ένας «αρχηγός», είναι αυτός που γνωρίζει καλά την γειτονιά, τα σπίτια και τους νοικοκύρηδες (Οικογενειακή κατάσταση – πένθος) που θα επισκεφτούν. Ένας κρατά τον «τρουβά» για να δέχεται τα κεράσματα (ξηρούς καρπούς, σοκολατάκια, κάστανα, μανταρίνια κτλ) και ένας το ταμείο. Τα χρήματα που μαζεύονται δίνονται για καλό σκοπό και ανάγκες του συλλόγου.

Πριν μπούνε σε κάποιο σπίτι φωνάζουν δυνατά «Σούρβα… Σούρβα κι Αϊ Βασίλης» για να τους ακούσουν οι νοικοκύρηδες και να ανοίξουν την πόρτα του σπιτιού για να υποδεχτούν τους «Σουρβατζήδες». Η νοικοκυρά θα πρέπει να έχει ετοιμάσει το «Κανίσκι», πιάτο με ξηρούς καρπούς, σοκολατάκια, κάστανα, μανταρίνια κτλ.., στη μέση τοποθετεί ένα κομμάτι ψωμί με ένα σιδερένιο νόμισμα μπιγμένο στο ψωμί και ξεκινά το τραγούδι… «Αγιος Βασίλης έρχιτι Γινάρης ξημηρώνει…., Το ψωμί παλιότερα το δίνανε στα ζώα τους, σήμερα το μοιράζουν στα μέλη τη οικογένειας για υγεία και καλοτυχία.

Πρίν δώσουν τις ευχές, ο αρχηγός υψώνει το «κανίσκι» πάνω από το κεφάλι του νοικοκύρη και οι υπόλοιποι από το Μπλίκι με το δεξί του χέρι, να ακουμπά το «Κανίσκι», δίνουν τις ευχές… παίρνουν κεράσματα και χρήματα και αποχωρούν για το επόμενο σπίτι.

Αφού κάθε «Μπλίκι» πάει σε όλα τα σπίτια της γειτονιάς για το οποίο ήταν υπεύθυνο, επιστρέφει στο κοινοτικό κατάστημα που ήταν και η αφετηρία τους, δίνουν τα κεράσματα και χρήματα στον πρόεδρο του Συλλόγου, ανταλλάσσουν ευχές για το νέο έτος και ο καθένας από το «Μπλίκι» επιστρέφει στο σπίτι του.