Το τέλος της λιγνιτικής εποχής στη Δυτική Μακεδονία, μια βαθιά κοινωνική μετάβαση που επηρεάζει ανθρώπους, κοινότητες και έναν ολόκληρο τόπο, ο οποίος για δεκαετίες στήριξε την ηλεκτροπαραγωγή της χώρας, είναι η ιστορία που αφηγείται η «Γη της Επαγγελίας», η νέα παραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης, σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Πρόκειται για μια παράσταση θεάτρου-ντοκουμέντο σε σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη, βασισμένη σε πολύμηνη έρευνα, αρχειακό υλικό και δεκάδες μαρτυρίες εργαζομένων, κατοίκων και ανθρώπων που έζησαν από κοντά τη διαδρομή του λιγνίτη, από την περίοδο της ανάπτυξης έως τη σημερινή αβεβαιότητα της απολιγνιτοποίησης.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, Στέλιος Χλιαράς, μιλά στα Μακεδονικά Νέα για τη σύλληψη της παράστασης, την επιλογή της Γεωργίας Μαυραγάνη να δουλέψει με τη μέθοδο του θεάτρου-ντοκουμέντο, την υποδοχή που γνώρισε η παραγωγή στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και τη σημασία ενός δημόσιου θεάτρου που δεν αρκείται στην ψυχαγωγία, αλλά επιλέγει να συνομιλεί με τα ζητήματα της εποχής του.
Συνέντευξη στη Χρύσα Νάνου
Η «Γη της Επαγγελίας» μόλις παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Πώς βιώσατε αυτή την εμπειρία;
Ήταν πολύ μεγάλη χαρά, τιμή αλλά και ευθύνη να συμμετέχουμε στο μεγαλύτερο φεστιβάλ της χώρας. Το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης συμμετείχε για πρώτη φορά με συμπαραγωγή του. Αυτό που διαπιστώσαμε ήταν ότι η παράσταση αποκάλυψε μια αθέατη πλευρά ενός ζητήματος με το οποίο όλοι συνδεόμαστε, χωρίς όμως να το γνωρίζουμε πραγματικά. Όλοι πατάμε τον διακόπτη για να έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω από αυτήν την καθημερινή πράξη. Ο κόσμος στο Φεστιβάλ μάς έλεγε ότι η παράσταση άνοιξε ένα παράθυρο στη σκέψη του. Μας ευχαριστούσαν γιατί μοιραστήκαμε μια ιστορία που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστη, μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Επιλέξατε να παρουσιάσετε μια παράσταση με ένα σύνθετο και δύσκολο θέμα, αντί για ένα πιο αναμενόμενο έργο του κλασικού ρεπερτορίου.
Πράγματι, πρόκειται για ένα δύσκολο και σχετικά άγνωστο θέμα, με άπειρες προεκτάσεις. Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για τη Γεωργία Μαυραγάνη. Από πού ξεκινά κανείς; Από την ιστορία του λιγνίτη; Από το παγκόσμιο ζήτημα της ενέργειας; Από την οικονομική διάσταση; Από τη ζωή των εργαζομένων; Από τις περιβαλλοντικές συνέπειες; Είναι ένα θέμα γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά, ο λιγνίτης στήριξε οικονομικά την περιοχή, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και διαμόρφωσε την ανάπτυξή της. Από την άλλη, υπήρξαν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όλα αυτά συνυπάρχουν και δεν μπορείς να τα αγνοήσεις.
Ποιος είναι ο πυρήνας της παράστασης;
Η παράσταση πραγματεύεται τη μετάβαση που βιώνει η Δυτική Μακεδονία τα τελευταία χρόνια, μετά την απολιγνιτοποίηση. Αυτό ήταν το βασικό θέμα που θέλαμε να αναδείξουμε και να γίνει γνωστό στην υπόλοιπη Ελλάδα. Πρόκειται για μια περιοχή που δοκιμάζεται. Άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, πολλοί νέοι φεύγουν, οικογένειες μετακινούνται αλλού. Πολλοί θεατές μάς ρωτούσαν μετά την παράσταση: «Συμβαίνουν όλα αυτά στη Δυτική Μακεδονία;». Και η απάντηση είναι: Ναι, συμβαίνουν.
Τι μπορεί να προσφέρει το θέατρο σε ένα τόσο σύνθετο κοινωνικό ζήτημα;
Η συμβολή του θεάτρου είναι να δώσει πρόσωπο σε αυτή την ιστορία και να την κάνει από αόρατη, ορατή. Δεν γνωρίζουμε αν μια παράσταση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα ή να επισπεύσει εξελίξεις. Δεν ξέρουμε αν θα στρέψει περισσότερο τα φώτα της επικαιρότητας στη Δυτική Μακεδονία ή αν τελικά θα υλοποιηθούν όλα όσα είχαν εξαγγελθεί για τη δίκαιη μετάβαση.Το 2019 είχαν ανακοινωθεί σχέδια για νέες επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας. Όμως, ο κόσμος συνεχίζει να φεύγει. Δεν πρόκειται για προσωπική εκτίμηση. Το βλέπουμε καθημερινά. Το βλέπουμε ακόμη και μέσα από τη δουλειά του ΔΗΠΕΘΕ. Τα σχολεία μικραίνουν, όχι επειδή τα παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο, αλλά επειδή δεν υπάρχουν πια τόσα παιδιά. Η παράσταση δεν αποσιωπά τις περιβαλλοντικές και τις υγειονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι όλοι επιθυμούμε ένα καθαρότερο περιβάλλον και καλύτερες συνθήκες ζωής.Το πρόβλημα είναι ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια ουσιαστική αντιπρόταση για την περιοχή.
Πώς ξεκίνησε η έρευνα για την παράσταση;
Η Γεωργία Μαυραγάνη εργάστηκε για περίπου δύο μήνες την άνοιξη πραγματοποιώντας δεκάδες συνεντεύξεις και συγκεντρώνοντας αρχειακό υλικό. Μίλησε με εργαζομένους της ΔΕΗ, ανθρώπους της αυτοδιοίκησης, πολιτικούς, κατοίκους της περιοχής και πολλούς ακόμη που είχαν προσωπική γνώση της ιστορίας. Στη συνέχεια συνέθεσε όλο αυτό το υλικό δραματουργικά, επιλέγοντας να εστιάσει κυρίως στους εργαζομένους. Ήταν μια συνειδητή επιλογή να φέρει αυτούς τους ανθρώπους στο προσκήνιο και, μέσα από τις προσωπικές τους διαδρομές, να φωτίσει μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία. Το υλικό ήταν ανεξάντλητο. Θα μπορούσε κανείς να φτιάξει μια παράσταση πολλών ωρών και πάλι να μην έχει ειπωθεί όλη η ιστορία. Ήταν αναπόφευκτο να γίνουν επιλογές.
Πώς λειτουργεί σκηνικά αυτή η μορφή θεάτρου-ντοκουμέντο;
Είναι μια ιδιαίτερη θεατρική φόρμα. Θα έλεγα ότι, σε έναν βαθμό, είναι μίας μορφής αντιθέατρο. Η Γεωργία Μαυραγάνη επέλεξε να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ίδιες τις μαρτυρίες. Ακούμε τις φωνές των ανθρώπων, βλέπουμε ορισμένους σε βίντεο, υπάρχουν αρχειακές εικόνες, φωτογραφίες και οπτικό υλικό από τα εργοστάσια και τα μηχανήματα. Οι ηθοποιοί δεν λειτουργούν ως οι αποκλειστικοί φορείς της αφήγησης, αλλά υπηρετούν τη μαρτυρία και το υλικό που έχει συγκεντρωθεί.
Τι είναι αυτό που διαπερνά τις αφηγήσεις;
Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργική δομή. Η παράσταση αναπτύσσεται σε επτά ημέρες. Η επιλογή αυτή συνδέεται αφενός με τον τίτλο, «Γη της Επαγγελίας», αφετέρου με την ίδια τη λειτουργία των μονάδων, η οποία δεν σταματούσε ποτέ. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας συνεχιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία δύο ανθρώπων της κοινότητας που συμμετέχουν στην παράσταση: ενός εν ενεργεία εργαζομένου, που είναι και καλλιτέχνης και ενός συνταξιούχου. Ο δεύτερος είναι ένας άνθρωπος που έχει υποβληθεί σε τραχειοτομή. Η φωνή του δεν ακούγεται και η σκηνή στην οποία αφηγείται την ιστορία του είναι από τις πιο συγκινητικές της παράστασης. Οι ηθοποιοί τον ρωτούν αν, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, αν θα ξαναέκανε την ίδια δουλειά. Και εκείνος απαντά χωρίς δισταγμό: «Βεβαίως. Εκεί ήταν το σπίτι μου». Στη συνέχεια τον ρωτούν αν θα ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. «Με τίποτα», απαντά. Σε αυτή την αντίφαση συμπυκνώνεται ολόκληρη η ιστορία της περιοχής. Ο διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών Μιχαήλ Μαρμαρινός, μετά την παράσταση, μου είπε πως αυτός ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο της παράστασης. Και νομίζω ότι είχε δίκιο.
Παρότι πρόκειται για θέατρο-ντοκουμέντο, η παράσταση έχει συναισθηματικό τόνο.
Ναι. Η Γεωργία Μαυραγάνη ακολουθεί μια πολύ λιτή σκηνοθετική γραμμή. Δεν επιδιώκει την ένταση μέσα από δυνατές μουσικές ή εξάρσεις των ηθοποιών. Υπάρχει μια βραδύτητα και μια απλότητα. Η αφήγηση είναι τόσο πυκνή, ώστε αισθάνεσαι ότι θέλεις να δεις την παράσταση και δεύτερη φορά για να ανακαλύψεις όσα ίσως σου διέφυγαν την πρώτη.
Πώς ανταποκρίθηκαν οι άνθρωποι της περιοχής όταν τους ζητήθηκε να μοιραστούν τις ιστορίες τους;
Με πολύ μεγάλη προθυμία. Για τους κατοίκους της Κοζάνης και της ευρύτερης περιοχής αποτελεί χαρά το γεγονός ότι αυτή η ιστορία βγαίνει πλέον έξω από τα όρια της Δυτικής Μακεδονίας και ακούγεται σε όλη την Ελλάδα. Αυτό είναι που μπορεί να πετύχει το θέατρο. Να δώσει δημόσιο χώρο σε ανθρώπους και εμπειρίες που διαφορετικά ίσως να έμεναν αθέατες.
Τι σημαίνει για εσάς, ως καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, αυτή η παράσταση;
Πιστεύω ότι αυτός είναι ο ρόλος του θεάτρου. Να έχει ενεργό παρουσία μέσα στην κοινωνία, να πηγάζει από αυτήν και να μιλά για όσα την απασχολούν. Να έχει πολιτική χροιά –δεν εννοώ κομματική. Εννοώ ότι οφείλει να σχολιάζει τα ζητήματα της εποχής του, να αναδεικνύει προβλήματα, να ανοίγει συζητήσεις. Αυτό δεν έκανε και ο Αριστοφάνης; Μια παράσταση που υπάρχει μόνο για να περάσουμε ευχάριστα το βράδυ μας μπορεί ασφαλώς να έχει τη θέση της. Όμως τα δημόσια και δημοτικά θέατρα, που χρηματοδοτούνται από τους πολίτες, έχουν κατά τη γνώμη μου μια επιπλέον ευθύνη: να δίνουν χώρο και στα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία.
Η «Γη της Επαγγελίας» συνεχίζει την πορεία της με δύο παραστάσεις στην περιοχή όπου γράφτηκε η ίδια η ιστορία που αφηγείται: στην Πτολεμαΐδα και στον Άγιο Δημήτριο, με ελεύθερη είσοδο, ως μια συμβολική χειρονομία τιμής προς τους ανθρώπους που εργάστηκαν επί δεκαετίες στα ορυχεία και τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Στη συνέχεια θα περιοδεύσει σε πόλεις της Μακεδονίας και της υπόλοιπης χώρας, μεταφέροντας μια ιστορία που ξεκινά από τη Δυτική Μακεδονία, αλλά αφορά ολόκληρη την Ελλάδα.
Πηγή:makedonikanea.gr




















