Ioannis Koukas: Όταν η φιλαρμονική δεν εμπιστεύεται τη μουσική της. Σκέψεις για τη μουσική ταυτότητα, το ρεπερτόριο και την καλλιτεχνική ευθύνη
Μήπως, στην προσπάθειά μας να φέρουμε το κοινό κοντά στη φιλαρμονική, καταλήγουμε να απομακρύνουμε τη φιλαρμονική από τον ίδιο της τον εαυτό;
Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Αφορά μια τάση που παρατηρείται ολοένα συχνότερα στις δημόσιες εμφανίσεις φιλαρμονικών και στρατιωτικών μουσικών συνόλων: τη σταδιακή μετατόπιση από το ιδιαίτερο ρεπερτόριό τους προς τη διαρκή αναπαραγωγή δημοφιλών μουσικών ειδών.
Η πρόσφατη μουσική επίδειξη στρατιωτικών συγκροτημάτων στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο των εορτασμών της 26ης Οκτωβρίου, προσφέρει μια αφορμή για προβληματισμό. Όχι τόσο εξαιτίας συγκεκριμένων τραγουδιών ή καλλιτεχνών, όσο για ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά την καλλιτεχνική φυσιογνωμία των μουσικών αυτών οργανισμών.
Ασφαλώς, η ιστορία της φιλαρμονικής δεν περιορίζεται στα εμβατήρια. Οι μεταγραφές έργων από την όπερα, τη συμφωνική μουσική, το μουσικό θέατρο και τη δημοφιλή μουσική αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής της διαδρομής. Η φιλαρμονική υπήρξε, άλλωστε, ένας από τους σημαντικότερους φορείς διάδοσης της μουσικής σε κοινωνίες που δεν διέθεταν εύκολη πρόσβαση σε συμφωνικές ορχήστρες ή μεγάλα μουσικά θέατρα.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι ότι η φιλαρμονική ερμηνεύει μουσική άλλων ειδών.
Είναι η συστηματική υποκατάσταση της ιδιαίτερης μουσικής της γλώσσας από τη λογική της αναπαραγωγής άλλων ειδών.
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Άλλο είναι να αξιοποιεί μια φιλαρμονική το εύρος των εκφραστικών της δυνατοτήτων για να προσεγγίσει διαφορετικά μουσικά έργα και άλλο να μετατρέπεται σε συνοδευτικό σχηματισμό, υιοθετώντας την αισθητική και τις συμβάσεις ενός μουσικού είδους που διαθέτει ήδη τους δικούς του αυθεντικούς εκφραστές.
Δεν πρόκειται για αξιολογική ιεράρχηση των μουσικών ειδών. Η λαϊκή μουσική, το τραγούδι, η τζαζ, η συμφωνική μουσική και η μουσική για φιλαρμονική έχουν τη δική τους ιστορία, τις ιδιαίτερες εκφραστικές τους δυνατότητες και τους δικούς τους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό. Το ζήτημα είναι γιατί ένας μουσικός οργανισμός αισθάνεται την ανάγκη να απομακρύνεται από τη δική του ταυτότητα προκειμένου να εξασφαλίσει την αποδοχή.
Εδώ ανακύπτει μια πιθανώς βαθύτερη αιτία: η έλλειψη εμπιστοσύνης στο ίδιο το ρεπερτόριο της φιλαρμονικής.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα παράδοξη στάση.
Η διεθνής εργογραφία για φιλαρμονική περιλαμβάνει έναν τεράστιο πλούτο πρωτότυπων συνθέσεων. Έργα διαφορετικών εποχών, αισθητικών κατευθύνσεων και επιπέδων δυσκολίας, ικανά να συγκινήσουν, να εντυπωσιάσουν, να προβληματίσουν και να προσφέρουν στο κοινό ουσιαστικές μουσικές εμπειρίες.
Κι όμως, συχνά προτιμούμε να παρουσιάζουμε εκείνο που το κοινό ήδη γνωρίζει, αντί να του αποκαλύπτουμε εκείνο που ενδεχομένως αγνοεί.
Αυτό δεν είναι απλώς μια επιλογή προγράμματος. Είναι μια στάση απέναντι στην ίδια τη μουσική παιδεία.
Η φιλαρμονική δεν χρειάζεται να δανείζεται την αναγνωρισιμότητα άλλων μουσικών ειδών για να δικαιολογήσει την παρουσία της. Οφείλει να καλλιεργεί την αναγνωρισιμότητα της δικής της μουσικής.
Δεν είναι το κοινό που οφείλει να γνωρίζει εκ των προτέρων το ρεπερτόριο της φιλαρμονικής. Είναι η φιλαρμονική που οφείλει να του δώσει την ευκαιρία να το γνωρίσει.
Διαφορετικά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Δεν παρουσιάζουμε το ιδιαίτερο ρεπερτόριό μας επειδή θεωρούμε ότι το κοινό δεν το γνωρίζει. Και το κοινό εξακολουθεί να μην το γνωρίζει επειδή εμείς δεν το παρουσιάζουμε.
Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την άγνοια του κοινού ως δικαιολογία για μια άγνοια που εμείς οι ίδιοι συντηρούμε.
Η αποστολή της φιλαρμονικής δεν εξαντλείται στην ικανοποίηση των υφιστάμενων μουσικών προτιμήσεων του κοινού. Περιλαμβάνει και τη διαμόρφωση νέων δυνατοτήτων ακρόασης. Αυτή είναι μια από τις σημαντικότερες παιδευτικές και πολιτιστικές της λειτουργίες.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση, ιδιαίτερα σημαντική για τις φιλαρμονικές που συμμετέχουν στη δημόσια ζωή των πόλεων.
Η μουσική τους δεν αποτελεί πάντοτε μια απλή καλλιτεχνική παρουσίαση. Σε ορισμένες περιστάσεις εντάσσεται σε ένα ευρύτερο τελετουργικό πλαίσιο και αποκτά συγκεκριμένο ιστορικό, κοινωνικό και συμβολικό περιεχόμενο.
Μια εθνική επέτειος, μια ιστορική επέτειος της πόλης, μια δημόσια τελετή δεν αποτελούν απλώς ευκαιρίες για μουσική ψυχαγωγία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η φιλαρμονική δεν συνοδεύει απλώς το γεγονός. Συμμετέχει στην παραγωγή του νοήματός του!
Η επιλογή του ρεπερτορίου, επομένως, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τον τόπο, τον χρόνο και τον χαρακτήρα της εκδήλωσης. Ο δημόσιος θεσμικός ήχος δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά από το τι ακούγεται, αλλά και από το πού, πότε, γιατί και με ποια ιδιότητα ακούγεται.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάθε εμφάνιση μιας φιλαρμονικής πρέπει να έχει αυστηρό ή πανηγυρικό χαρακτήρα. Ούτε ότι η ψυχαγωγία βρίσκεται έξω από την αποστολή της. Η χαρά, το παιχνίδι, η εξωστρέφεια και η επικοινωνία με το κοινό αποτελούν επίσης στοιχεία της μουσικής της παρουσίας.
Η εξωστρέφεια, όμως, δεν προϋποθέτει την απώλεια της ταυτότητας.
Μια φιλαρμονική μπορεί να είναι σύγχρονη χωρίς να απαρνείται την ιστορία της. Μπορεί να είναι προσιτή χωρίς να γίνεται προβλέψιμη. Μπορεί να εντυπωσιάζει χωρίς να αναζητά διαρκώς την εντύπωση. Και μπορεί να συνομιλεί με άλλα μουσικά είδη χωρίς να εγκαταλείπει τη δική της καλλιτεχνική γλώσσα.
Το πραγματικό ζήτημα, τελικά, δεν είναι αν μια φιλαρμονική μπορεί να παίξει ένα δημοφιλές τραγούδι. Προφανώς και μπορεί.
Το ερώτημα είναι αν γνωρίζει τι θέλει να πει ως φιλαρμονική.
Γιατί, η διεύρυνση του ρεπερτορίου δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και διεύρυνση της καλλιτεχνικής ταυτότητας. Μπορεί, αντιθέτως, να οδηγήσει στην αποδυνάμωσή της!!!
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη όσων διευθύνουμε φιλαρμονικές: όχι απλώς να επιλέγουμε μουσική που θα αρέσει στο κοινό, αλλά να εμπιστευόμαστε τη μουσική που υπηρετούμε, να την αναδεικνύουμε και να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε το κοινό να την ανακαλύψει.
Διότι η φιλαρμονική δεν χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο για να έχει λόγο ύπαρξης.
Χρειάζεται πρωτίστως να πιστέψει στην αξία αυτού που ήδη είναι.


















