Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΒΙΓΛΑΣ-ΦΑΡΔΥΚΑΜΠΟΥ ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΔΟΞΗ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ (4,5,6 Μαρτίου 1943)
Ομιλία της Καλλιόπης Δάρδα
Μέλους του Τοπικού Συμβουλίου Σιάτιστας
Στην 74η επέτειο (5-3-2017)
“Σαν τα λιοντάρια όρμησαν όλα τα παληκάρια
και πιάσανε τους Ιταλούς σαν να’ τανε κριάρια»
Με αυτό το απλό δίστιχο επισφράγισε την καταγραφή των γεγονότων στη μάχη της Βίγλας-Φαρδυκάμπου, ένας από τους πολλούς που έλαβαν μέρος, όπως ο ίδιος τα έζησε και, με το δικό του τρόπο, τα κατέγραψε.
Είναι αυτά τα λόγια συνέχεια και συνέπεια άλλων στίχων, παλιότερων, και δείχνουν την ανδρεία και το φρόνημα το αδούλωτο της Σιάτιστας, της πόλης που ποτέ της δεν ανέχθηκε σκλαβιά και το απέδειξε, όταν στα χρόνια της τουρκοκρατίας τραγουδούσε:
«Εδώ δεν είναι γκεκαριά να κάνεις ό,τι θέλεις,
Εδώ το λένε Σιάτιστα, μπαϊράμη γκέκα μου
Και θα σε πιάσουν ζωντανό πως πιάνουν τα κριάρια»
Έτσι πιάστηκε και αιχμαλωτίστηκε ολόκληρο ιταλικό τάγμα, στον τόπο αυτόν εδώ, που σήμερα αποτίουμε φόρο τιμής και στεφανώνουμε όλους τους ήρωές μας.
Αυτοί που έζησαν τα γεγονότα έφυγαν και φεύγουν πλέον από τη ζωή, και εμείς στηριγμένοι στη δική τους εμπειρία που την κατέγραψαν, θα εκπληρώσουμε χρέος τιμής σ’ αυτούς που κατόρθωσαν αυτό το μεγαλούργημα της Εθνικής Αντίστασης.
Κατά πάγια τακτική των τελευταίων ετών, για οικονομία χρόνου αλλά και για τον κίνδυνο κάποιους να αδικήσουμε, ή να υπερτονίσουμε τη συμβολή άλλων που ήταν πρωταγωνιστές, δεν θα μνημονεύσουμε ονόματα. Στεκόμαστε σε θέση προσοχής και υποκλινόμαστε ευλαβικά μπροστά τους, από τις ηγετικές μορφές των καπετάνιων, έως τον τελευταίο μαχητή, που είτε με όπλο, είτε με ξύλα και με πέτρες, ξεσηκώθηκαν και έσωσαν τη Σιάτιστα.
Θέλω να αναφέρω τη λακωνική επιγραφή του πρώτου μνημείου, που έστησε εδώ η τότε Δημοτική αρχή Σιάτιστας, το 1964:
«Λεοντόθυμος ιαχή, και χείρες μάλλον, παρά όπλα Σιατιστέων και κατοίκων κοινοτήτων επαρχίας, ηχμαλώτισαν ενταύθα πλήρες τάγμα Ιταλών κατακτητών μετά πυροβολαρχίας, την 5-3-1943».
Στην επιγραφή αυτή αναγνωρίζεται η συμμετοχή όλων των κατοίκων της Σιάτιστας και της επαρχίας Βοΐου-Γρεβενών, αντιστασιακών και εφέδρων, που συγκρότησαν τις δεκαρχίες και δημιούργησαν το θρύλο, το θρίαμβο του Φαρδυκάμπου.
Ας προσεγγίσουμε τηλεγραφικά τα γεγονότα.
Το φθινόπωρο του 1940, όταν όλη η Ευρώπη σφάδαζε, βρέθηκε και η χώρα μας μπροστά στου Άξονα τις σιδηρόφρακτες μεραρχίες. Έγραψε τότε, από τον Οκτώβριο του ’40 έως το Μάρτιο του ’41, τ’ αθάνατο και υπεράνθρωπο εκείνο έπος, που άφησε εμβρόντητη την ανθρωπότητα και αναρρίγησε ολόκληρη την οικουμένη.
Παρ’ όλα αυτά οι Μήδοι διάβηκαν, κατά τον ποιητή. Μπήκανε οι κατακτητές και εμίαναν την γη μας. Πέρασε φοβερές ημέρες, το ταλαιπωρημένο Έθνος. Θέριξε η πείνα καθημερινά, και όμως δεν κλαίγαμε τους πεθαμένους, αλλά θρηνούσαμε τους αιχμαλωτισμένους, γιατί δεν θα γυρνούσαν για να ξαναδούν τη γη της πατρίδας. Το έθνος πείνασε, πληγώθηκε, σταυρώθηκε, μα δεν γονάτισε, ούτε αισθάνθηκε ηττημένο. Ήταν ημέρες κάμψης, όχι υποδούλωσης, γιατί ο ελληνικός λαός σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής δεν έπαψε ποτέ να αντιστέκεται. Αυτή η Αντίσταση έφερε την ελευθερία και την λύτρωση στη Χώρα.
Μια από τις ενδοξότερες σελίδες της Αντίστασης αυτής, είναι η μάχη της Βίγλας-Φαρδυκάμπου, στις αρχές Μαρτίου του 1943. Από την άνοιξη του 1942 εγκαταστάθηκε φρουρά ιταλικού στρατού στη Σιάτιστα, η διαβόητη «Φινάντσα». Έζησε μέρες δύσκολες ο λαός. Τρόμος παντού, φοβέρες, ξυλοδαρμοί, βασανισμοί στα μπουντρούμια της Φινάντσα.
Είχε αρχίσει όμως να ροδίζει η αυγή της λευτεριάς σ’ όλη τη Χώρα, όταν οι πρώτες ομάδες ανταρτών, συγκροτημένες σε οργανώσεις με μαζικότερη εκείνη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (Ε.Α.Μ.), με στρατιωτικό σκέλος τον Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (Ε.Λ.Α.Σ.), ανέλαβαν τον Αγώνα.
Πολλά λεοντόψυχα παλληκάρια της Σιάτιστας εντάχθηκαν στο πανεθνικό Ανταρτικό κίνημα για την ανάκτηση της λευτεριάς. Ήρθε η ώρα, η αδούλωτη Σιάτιστα του Λογοθέτη, του Νιόπλιου του Κασομούλη, να φανεί αντάξια της ιστορίας της. Οι Ιταλοί βλέποντας τις κινήσεις, έφυγαν το Δεκέμβριο του 1942, αφήνοντας στη μνήμη τις φρικτές ώρες των βασανισμών της Φινάντσα.
Στις 2 Μαρτίου 1943, φθάνει η πληροφορία από το Ε.Α.Μ. Κοζάνης ότι δέκα ιταλικά αυτοκίνητα, με 150 στρατιώτες και τρόφιμα κινούνται προς Γρεβενά. Η απελευθερωτική επιτροπή στη Σιάτιστα κήρυξε συναγερμό. Δεν έπρεπε οι κατακτητές που έφυγαν να ξαναμπούν στην πόλη. Οι Ιταλοί θα χτυπηθούν, αν επιχειρήσουν να ανεβούν στη Σιάτιστα.
Στις 3 Μαρτίου, οι αντιστασιακοί της πόλης, πήραν θέσεις στο γεφύρι της Μπότσκας και περίμεναν. Πέρασαν ώρες, άρχισε να νυχτώνει αλλά οι Ιταλοί δεν φαίνονταν, γιατί φθάνοντας μέχρι τα Καραγιάννια, φοβήθηκαν το στενό στο μπουγάζι και γύρισαν πίσω, για να έρθουν την επόμενη. Αυτή η αναβολή της διαδρομής στάθηκε γι΄ αυτούς μοιραία, καθώς σν συνέχιζαν το δρόμο τους την πρώτη μέρα, δεν θα τους πείραζε κανένας. Τη νύχτα όμως η απόφαση άλλαξε κι υπερίσχυσε η άποψη να χτυπηθούν, είτε επιχειρήσουν να ανεβούν στη Σιάτιστα, είτε τραβήξουν για τα Γρεβενά.
Την άλλη μέρα Πέμπτη 4 Μαρτίου, οι Σιατιστινοί, λίγο πιο πέρα, στης Βίγλας την περιοχή, είχαν έτοιμη την ενέδρα. Ομοβροντία πυροβολισμών και αρχίζει η μάχη. Ύστερα από τρεις ώρες οι Ιταλοί παραδίνονται. Λάφυρα 9 αυτοκίνητα, γιατί το τελευταίο πρόλαβε και γύρισε Κοζάνη, πολυβόλα, όλμοι, σφαίρες, ιματισμός και τρόφιμα. Με αλλαλαγμούς έφθασε η είδηση της νίκης.
Όμως ο ενθουσιασμός και η χαρά πνίγηκαν στα στήθη, όταν έφθασε η ειδοποίηση ότι ολόκληρο τάγμα Ιταλών έρχεται από τα Γρεβενά να τιμωρήσει τη Σιάτιστα, η οποία τώρα κινδυνεύει άμεσα. Όλη τη νύχτα πυρετός κινητοποίησης. Σωστός συναγερμός. Οι σύνδεσμοι της Εθνικής Αντίστασης ειδοποιούν τους ενόπλους στα χωριά Γρεβενών-Βοΐου. Το ηθικό αναπτερώνεται.
Οι επόμενες ημέρες Παρασκευή 5 Μαρτίου και Σάββατο 6 Μαρτίου, παραμονή της Μεγάλης Αποκριάς, ήταν οι μέρες των γεγονότων που μοιάζουν με θρύλο, μέρες θριάμβου, καθώς ολόκληρο τάγμα 650 ανδρών, αιχμαλωτίστηκε με όλο τον οπλισμό του. Ήταν ένα μοναδικό αντιστασιακό επίτευγμα. Πανστρατιά Σιατιστινών. Γέμισε το «Σέλωμα» και η «Ράχη Συκιάς» από άνδρες οπλισμένους και άοπλους, γυναίκες και παιδιά που με κραυγές και αλλαλαγμούς, έδειχναν την αποφασιστικότητά τους.
Περιγραφές της μάχης, ή των σταδίων της μάχης, των δυο αυτών ημερών, δόθηκαν από πολλούς που έλαβαν μέρος και ήταν αυτόπτες, κυκλοφόρησαν αρκετές δημοσιεύσεις, σε μονογραφίες ή άρθρα, υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις, ακουστικά ντοκουμέντα αφηγητών που είχαν άμεση αντίληψη των διαδραματισθέντων. Διαπιστώνει κανείς ότι στις λεπτομέρειες παρατηρούνται διαφορετικές αφηγήσεις και διατυπώσεις, καταθέτονται μαρτυρίες, ανάλογα με το τι και πόσα συγκράτησε στη μνήμη του ο καθένας που συμμετείχε, αντίστοιχα ίσως και με τη συμπάθεια ή αντιπάθεια σε πρόσωπα. Όλα όμως συγκλίνουν στην διαπίστωση ότι το καταπληκτικό πολεμικό επίτευγμα Βίγλας-Φαρδυκάμπου, ήταν αποτέλεσμα μιας ομόψυχης, αμετάκλητης θέλησης του λαού της Σιάτιστας, και των κατοίκων Βοΐου-Γρεβενών, υπό την πρωτοπορία των Αντιστασιακών Οργανώσεων, να αποκρουσθεί ο Ιταλός κατακτητής. Χωρίς την ομόθυμη εξέγερση όλων, δεν θα ήταν κατορθωτό το γεγονός, που, ως αντιστασιακό έπος, αγγίζει τα όρια του θρύλου.
Έτσι, το πώς προχώρησε η ιταλική δύναμη και αναρριχήθηκε στη «Ράχη Συκιάς», με ποιο τρόπο αποκρούστηκε την πρώτη ημέρα στις 5 Μαρτίου, και όταν νύχτωσε γύρισαν οι μαχητές στη Σιάτιστα να φάνε και να ξεκουραστούν, με ποια διάθεση την άλλη μέρα, το ευλογημένο Σάββατο 6 Μαρτίου, κατέβηκαν ξανά στο πεδίο της μάχης, πώς με τη βοήθεια των δεκαρχιών Βεντζίων και Γρεβενών-Βοΐου, εγκλωβίστηκε στη φάκα το τάγμα, με ποιο τέχνασμα κάποιοι λιονταρόψυχοι Σιατιστινοί πλησίασαν τους Ιταλούς και με διαπραγματεύσεις τους έδωσαν να καταλάβουν ότι είναι χαμένοι και πρέπει να παραδοθούν, όπως και έγινε, και τέλος πώς μια μάχη δύο ημερών διεξήχθη χωρίς σχεδιασμό, ας διαβάσει ο καθένας τα όσα γράφθηκαν, ας αποδεχθεί όσα του φαίνονται εύλογα και ας αμφιβάλλει για όσα του φαίνονται απίθανα.
Ό,τι όμως και αν παραδεχθεί ή αμφισβητήσει κανείς, όποιους με τα δικά του δεδομένα θεωρήσει πρωταγωνιστές ή αρχηγούς της μάχης, ένα είναι βέβαιο. Το τεραστίων διαστάσεων αντιστασιακό κατόρθωμα του Φαρδυκάμπου οφείλεται στο άκαμπτο φρόνημα του Σιατιστινού λαού και των κατοίκων της περιοχής, ανεξάρτητα ιδεολογικής τοποθέτησης, που κινητοποιήθηκαν από τις Αντιστασιακές Οργανώσεις και από τον πόθο να σώσουν την πόλη τους που διέτρεχε άμεσο κίνδυνο του αφανισμού. Κινήθηκαν όλοι από το εγώ στο εμείς. Σ’ αυτό το εμείς θα βρούμε την ανδρεία, τη γενναιότητα, τη φιλοπατρία, το ψυχικό σθένος, την ανιδιοτέλεια, την αμεροληψία, τη μεγαθυμία όλων των μαχητών, επώνυμων και ανώνυμων, του έπους της Βίγλας-Φαρδυκάμπου. Οι Σιατιστινοί πατέρες μας ήταν αποφασισμένοι να γλυτώσουν, αντί πάσης θυσίας, την πατρίδα τους για μια ακόμη φορά στην ιστορία της, και το κατόρθωσαν.
Όταν Σάββατο βράδυ, πήρε να νυχτώνει, ενώ είχε δοθεί εντολή από το «Επιτελείο» να αποχωρήσουν οι ανταρτικές δυνάμεις, αφού το τάγμα δεν είχε παραδοθεί, οι Σιατιστινοί και οι δυνάμεις των Βεντζίων δεν αποχώρησαν, παρέμειναν στις θέσεις τους και πέτυχαν το φαινομενικά ακατόρθωτο. Σ’ αυτούς ανήκει το γέρας της νίκης. Ήταν πρωτόγνωρη μάχη, ιδιότυπη αιχμαλωσία, σαν να ενεργούσε, πέρα από οποιοδήποτε ανθρώπινο επιτελείο, ως αόρατη επιτελική δύναμη, το Άγιο Πνεύμα, ως «ξένον άκουσμα, ξένον θέαμα». Έτσι το διατύπωσε η Εκκλησία σ’ ένα υπέροχο κείμενο: «Οι εχθροί ημών ενεδύσαντο αισχύνην και εντροπήν και εγεννήθησαν αιχμάλωτοι οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς, ότι ημέρα Κυρίου επί πάντα υβριστήν και υπερήφανον και επί πάντα υψηλόν και μετέωρον». Την αιχμαλωσία απαθανάτισε και η λαϊκή μούσα:
«Και οι εξακόσιοι τρεις πιαστήκαν παρευθύς
κι αν θέλεις έλα στο Ζιουπάνι να τους δεις»
Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμπατριώτες
Είναι καιρός το καταπληκτικό επίτευγμα της Βίγλας-Φαρδυκάμπου να πάρει την θέση που του αρμόζει στη νεότερη ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, και να γιορτάζεται όχι μόνο σε τοπικό, αλλά σε πανελλήνιο επίπεδο. Να ενώνει και όχι να διχάζει. Εδώ, σ’ αυτό το μέρος, απέδειξαν οι αγωνιστές, απέναντι στο φασισμό και στο ναζισμό, ότι τις νίκες δεν τις κερδίζουν τα σίδερα, αλλά το ρωμαλέο φρόνημα, οι δυνατές ψυχές, που ξέρουν ν’ αντιστέκονται στη βία.
Την επόμενη της μάχης, στις 7 Μαρτίου, Κυριακή της Τυρινής, ο λαός της Σιάτιστας, στη Θεία Λειτουργία, ευχαρίστησε το Θεό για τη νίκη και τον παρακάλεσε να γλυτώσει την πόλη από πιθανά αντίποινα των Ιταλών. Έτσι η Σιάτιστα σώθηκε. Στην ίδια γραμμή ευσέβειας, μετά 40 χρόνια, το 1980-82, κινούμενη η ενορία της Γεράνειας, ανήγειρε το ναό των Αγίων Θεοδώρων, στο ύψωμα, στη «Ράχη Συκιάς», όπου είχαν σκαρφαλώσει οι Ιταλοί, πλησιάζοντας τα πρώτα σπίτια της πόλης. Σ’ αυτό το ναό χθες ο πατήρ Νέστορας τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και πολλοί πιστοί άναψαν ένα κερί στη μνήμη των αγωνιστών. Σήμερα εδώ, τελούμε επιμνημόσυνη δέηση, με προεξάρχοντα το μητροπολίτη μας, ενώ από την καρδιά μας ανεβάζουμε στα χείλη την ευγνωμοσύνη και τη σεβαστική ευχή «Αιωνία τους η μνήμη» και διατρανώνουμε κόντρα στην κρισιμότητα των καιρών, την αμετάκλητη απόφαση: Το Έθνος πρέπει να ζήσει και θα ζήσει!
Φωτογραφία: Χρήστος Μπλέτσος


















