«Οι πολλοί επιδιώκουν την ηδονή, οι εκλεκτοί τη δόξα και οι επίλεκτοι την αρετή.» Αυτό το απόφθεγμα, συνήθιζε να λέει ο κτηνοτρόφος Απόστολος Στεργιούλας από το Πρόσβορο Γρεβενών, που διέμενε στους Γόννους της Λάρισας από το Φθινόπωρο ως την Άνοιξη, στην αεικίνητη εγγονή του Βούλα Πατουλίδου.

Η Βούλα Πατουλίδου, δεν ξεχνούσε ποτέ αυτά τα λόγια του παππού της, αλλά η ίδια «τα ήθελε όλα μαζί, σε σωστές αναλογίες», αφού γι’ αυτήν δεν υπήρχε ενδιάμεσο. Είχε επιλέξει το: «όλα ή τίποτα», όπως αναφέρει η ίδια στην βιογραφία της με τίτλο, ΒΟΥΛΑ ΠΑΤΟΥΛΙΔΟΥ Έκρηξη ψυχής, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ το 1997.

Οι διεκδικήσεις της Βούλας άρχισαν αμέσως μετά την γέννησή της, μία Μεγάλη Παρασκευή, στον Τριπόταμο Φλώρινας, αφού ως μωράκι δύο κιλών απαιτούσε την αμέριστη προσοχή της μητέρας της και όλης της οικογένειας. Γι’ αυτό, στο παρελθόν, η Αφροδίτη είχε πει εξοργισμένη, αλλά κατά βάθος περήφανη για την κόρη της: «Τι θα κάνω μ’ αυτό το κορίτσι που είναι πεισματάρα σαν μουλάρι, ορμητική σαν τον άνεμο και ξεροκέφαλη σαν την πέτρα;»

Με την Βούλα Πατουλίδου είχα μια φευγαλέα συνάντηση και στο παρελθόν, στην Κουρούνα, στους Φιλιππαίους Γρεβενών. Τότε είχα νιώσει μεγάλη χαρά και περηφάνεια, που ένα μέλος της ευρύτερης οικογένειας των Στεργιουλαίων, από το Πρόσβορο Γρεβενών, ανήκε πλέον στο πάνθεο των αθάνατων Ολυμπιονικών, αλλά δεν έκλαψα.
Δάκρυσα όμως, πρόσφατα και ετεροχρονισμένα, σε μια εκδήλωση για το «ευ αγωνίζεσθαι» που έγινε στην Κοζάνη, καθώς άκουγα την Βούλα Πατουλίδου να μιλάει για την παιδική της ηλικία. Για τον πατέρα της, τον Λάζαρο, που δούλευε ως μετανάστης σε ανθρακωρυχείο της Γερμανίας, και την εικοσιεπτάχρονη μητέρα της, την Αφροδίτη, που είχε παραμείνει στον Τριπόταμο Φλώρινας με τα δύο τους παιδιά, καλλιεργώντας τα χωράφια και περιμένοντας τα οφέλη μιας καλής σοδιάς. Μιας καλής σοδιάς, που καταστράφηκε ολοσχερώς από το χαλάζι, και ανάγκασε την Αφροδίτη να αφήσει τον Μπάμπη και τη Βούλα στους γονείς της, στους Γόννους της Λάρισας, και η ίδια να πάρει το δρόμο της ξενιτειάς.

Αυτή η ζωντανή αφήγηση της Βούλας Πατουλίδου, σε συνδυασμό με την επικοινωνιακή της ικανότητα, την επιμονή στον στόχο και την ευρηματικότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την οικογένεια Στεργιούλα, έφεραν στο μυαλό μου τον μοναδικό τριήμερο καλοκαιρινό προορισμό των παιδικών μου χρόνων, το χωριό των παππούδων μου, το Πρόσβορο Γρεβενών της δεκαετίας του εβδομήντα.

Το Πρόσβορο με την Πέτρα, το Κρυοπήγαδο, τον Αϊ-Λιά που αγγίζει τον ουρανό και μια φύση αδάμαστη, που χαλυβδώνει την θέληση. Έτσι, η επιλογή της Βούλας Πατουλίδου να μοιραστεί τις αγωνίες της με τον Προφήτη Ηλία και να ζητήσει την χάρη του στο εξωκλήσι του, στους Γόννους της Λάρισας, πριν την αναχώρησή της για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Βαρκελώνης, μου φάνηκε αυτονόητη. Αυτονόητη, γιατί στο περιβάλλον αυτό οφειλόταν, εν μέρει, η χαρισματική της προσωπικότητα.

Η δύναμη της ψυχής της, που κατάφερε να ανατρέψει όλα τα προγνωστικά στην Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης το 1992, καθιστώντας την χρυσή Ολυμπιονίκη στα εκατό μέτρα μετ’ εμποδίων, δεν αλλοιώθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Το ατίθασο παιδί που έχει μέσα της ακόμα, αντέχει να εκτίθεται αυθόρμητα και ειλικρινά. Να παλεύει από άλλο μετερίζι για το κοινωνικό σύνολο, να διαμορφώνει πρότυπα για την νεολαία, να ονειρεύεται μια Ελλάδα καλύτερη και κυρίως, να αγαπάει και να αγαπιέται αληθινά.
Βούλα Πατουλίδου, σ΄ ευχαριστούμε για όλα. Να είσαι καλά.