Αποφοίτου του Γυμνασίου Τσοτυλίου, Νομικού, Παλαίμαχου δημοσιογράφου Αλεξάνδρου Σωτ. Μπακαΐμη

 «Να που κι ο μέγας θάνατος μού γίνηκε αδελφός»!

Άγγελος Σικελιανός

 «Έπεσεν ο γηραιός πλάτανος· εξηράνθη το γλυκύκαρπον κλήμα· εσίγησεν η γλυκόλαλος αηδών· απέσβετο λάλον ύδωρ.» Ο Γεράσιμος Δώσσας, το «γέρας» της Δυτικής Μακεδονίας, δεν υπάρχει πια στη ζωή· κατέλιπε τον μάταιο αυτόν κόσμο. «Εκοιμήθη τον ανεξύπνητον ύπνον θανάτου» (Δ. Σολωμός).

Ήσουν πράγματι, αλησμόνητε Γεράσιμε, για εμάς τους λίγο νεότερους ομογάλακτους αδελφούς-αποφοίτους του ιστορικού Γυμνασίου Τσοτυλίου, γηραιός πλάτανος, πλατύφυλλος, βαθύσκιωτος και δροσερός. Όπως ολόγυρα στα βαθύσκιωτα πλατάνια συγκεντρώνονται φιλικές συντροφιές, που ξετυλίγοντας το κουβάρι των αναμνήσεων αναθυμούνται με νοσταλγία και συγκίνηση τα παλιά, έτσι κι εμείς «κύκλω περιεστώτες» χαιρόμασταν να σε ακούμε να μας αφηγείσαι στιγμιότυπα από την μαθητική ζωή στο ιστορικό Γυμνάσιο Τσοτυλίου.

Και ήσουν μαζί και γλυκοστάφυλο κλήμα, που χαιρόμασταν να γευόμαστε τους καρπούς του· που χαιρόμασταν να μελετούμε – και μελετώντας να στοχαζόμαστε – τα μεστά κείμενά σου, πάντα πρωτότυπα και πάντα βαθυστόχαστα.

Τώρα πια δεν πρόκειται να χαρούμε άλλα κείμενά σου. «Απέσβετο λάλον ύδωρ»· στέρεψε για πάντα η από δεκαετίες αναβλύζουσα και τους διψώντες ευφραίνουσα πηγή σου. Θα γυρίζουμε όμως συχνά πυκνά σε παλαιότερα γραπτά σου και θα ξαναγευόμαστε το στιλπνό – πώς αλλιώς να το πω; – ύφος σου, την ευρυμάθειά σου, το σπάνιο ήθος της γραφής σου. Γιατί, αν ο τρόπος της γραφής συνιστά το ύφος (το style), το περιεχόμενο των κειμένων, οι θέσεις και οι απόψεις, οι κανόνες δεοντολογίας, για να το πω διαφορετικά, συνιστούν το ήθος της γραφής. Και τα δικά σου κείμενα, αξέχαστε Γεράσιμε, ξεχώριζαν και για το ύφος και για το ήθος.

*

Ο βετεράνος δημοσιογράφος Γεράσιμος Μ. Δώσσας γεννήθηκε στο Τσοτύλι το 1930, τη χρονιά που εγκαινιάστηκε και άνοιξε τις πύλες του στους μαθητές το νεόδμητο τότε Νέο λεγόμενο Διδακτήριο του Γυμνασίου Τσοτυλίου.

Μετά το Δημοτικό Σχολείο φοίτησε στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου εκτός από μια χρονιά που φοίτησε στο Γυμνάσιο της Καβάλας, από το οποίο θυμόταν συχνά ένα περιστατικό που είχε συμβεί την πρώτη μέρα που πήγε να καταθέσει το αποδεικτικό του Γυμνασίου Τσοτυλίου και να κάμει την εγγραφή του. Τότε, στην πόρτα του Γραφείου των καθηγητών τον ρώτησε ένας καθηγητής:

  • Από ποιο Γυμνάσιο προέρχεσαι;
  • Από το Γυμνάσιο Τσοτυλίου, απάντησε ο Γεράσιμος με σεμνή περηφάνια.

Και ο καθηγητής, στρεφόμενος προς τους συναδέλφους του, τους είπε:

  • Μας έρχεται ένας καλός μαθητής.

«Τέτοια ήταν η παράδοση του Γυμνασίου Τσοτυλίου», συνήθιζε να λέει στο τέλος ο Γεράσιμος, αφηγούμενος το μικρό αυτό συμβάν-ύμνο του Γυμνασίου μας.

Τον ρώτησα κάποτε, φέρνοντας στο νου μου το περιστατικό αυτό:

  • Και συ, Γεράσιμε, πώς αισθάνθηκες ακούγοντας αυτά που είπε ο καθηγητής;

Με κοίταξε χαμογελώντας και μου απάντησε:

  • Δυο μπόια ψηλότερος!

Τόσο μεγάλη αγάπη έτρεφε για το Γυμνάσιο της ιδιαίτερης πατρίδας του, στο οποίο ήταν πάντοτε από τους καλύτερους μαθητές, διακρινόμενος κυρίως για τις εκθέσεις. Η μελλοντική εξαιρετικά επιτυχής σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφου απέδειξε περιτράνως ότι τα μαθητικά εκείνα φανερώματα ήταν προανάκρουσμα της λαμπρής σταδιοδρομίας του ως δημοσιογράφου.

Το Γυμνάσιο Τσοτυλίου, όπως είναι γνωστό, παλαιότερα κυρίως, ήταν από τα πιο αυστηρά και πιο πειθαρχημένα Γυμνάσια της πατρίδας μας. Η ζωή των οικοτρόφων μαθητών σπαρτιατική, στρατιωτική: Εγερτήριο στις 6 η ώρα το χειμώνα, στις 5 το καλοκαίρι, υποχρεωτική μελέτη το πρωί και το απόγευμα, υποχρεωτικός εκκλησιασμός, απαγόρευση κυκλοφορίας των μαθητών κ.ά.π. Και οι πιο καλομαθημένοι και οι πιο ζωηροί μαθητές, θέλοντας και μη, μέσα σε λίγες εβδομάδες γίνονταν «αρνάκια» και πολύ καλοί μαθητές …

Σε τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπως είναι φυσικό, οι μαθητές των κατωτέρων τάξεων βλέπουν με υπακοή και «σέβας» τους μαθητές των μεγαλυτέρων τάξεων και κυρίως μερικούς που για κάποιους λόγους ξεχωρίζουν από τους άλλους· όπως στις στρατιωτικές Σχολές, όπου οι αρχαιότεροι «διατάσσουν» τους νεότερους. Οι συμμαθητές μου (πρωτάκια το 1947-48) «θαύμαζαν», θυμούμαι, τρεις μαθητές από τις μεγαλύτερες τάξεις: Τον Ιορδάνη Γαλανίδη, 92 χρονών τώρα, τον Παναγιώτη Μουροδέλη, που μας άφησε εδώ και αρκετά χρόνια, και το Γεράσιμο Μιχ. Δώσσα, που μας άφησε πρόσφατα.

Τον πρώτο, γιατί ήταν αριστούχος σε όλα τα μαθήματα και ταλαντούχος σε κατασκευές και σε εκπόνηση γεωγραφικών χαρτών· αλλά και γιατί ήταν σεμνός, πάντα μειλίχιος και ιδιαίτερα συμπαθής. Και ως Δάσκαλος αργότερα διακρίθηκε για την εργατικότητα και την ευσυνειδησία.

Τον δεύτερο, τον Παναγιώτη Μουροδέλη, γιατί αναλάμβανε διάφορες πρωτοβουλίες και, το σπουδαιότερο, γιατί κάθε Σαββατόβραδο μετά το βραδινό φαγητό μας διασκέδαζε (τους οικοτρόφους μαθητές) διαβάζοντας πάνω από τη σκηνή που ήταν στημένη σε μια άκρη της τραπεζαρίας, τη «ΣΑΝΙΔΑ», χειρόγραφη σατιρική «εφημερίδα», που κατά κανόνα έγραφε και επιμελούνταν ο ίδιος. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Λέσβο (γι’ αυτό και το επώνυμό του σε –έλης: Μουροδέλης), αλλά υπηρετούσε ως δάσκαλος στα Αηδόνια Γρεβενών, όπου παντρεύτηκε και έμεινε για πάντα. Ο Παναγιώτης σταδιοδρόμησε ως δικαστής. Έφτασε μέχρι Εφέτης.

Ο τρίτος μεγαλύτερης τάξης που θαυμάζαμε εμείς οι μικρότεροι ήταν ο Γεράσιμος Δώσσας, που όπως έλεγαν, έγραφε πολύ καλές εκθέσεις. Θυμούμαι μάλιστα που το 1948 είχε βραβευθεί ως η καλύτερη σε όλο το Γυμνάσιο μια έκθεσή του για τη μάχη της Κόνιτσας (επίθεση και απόκρουση των ανταρτών από τον Κυβερνητικό στρατό που φρουρούσε την Κόνιτσα).

Ο Γεράσιμος Δώσσας μετά το Γυμνάσιο, τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, ασφαλώς χωρίς καθόλου να προβληματιστεί, ακολούθησε το δρόμο της δημοσιογραφίας, την οποία διακόνησε με αφοσίωση και σεβασμό σε όλη του τη ζωή.

Εργάστηκε ως συντάκτης, αρχισυντάκτης και διευθυντής σύνταξης στην εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» της Θεσ/νίκης και ως αρχισυντάκτης στο περιοδικό «Μακεδονική Ζωή» (Θεσ/νίκης) με εκδότη-διευθυντή τον αείμνηστο Κλεόβουλο Τσούρκα, διπλωμάτη και χαλκέντερο ερευνητή-ιστοριοδίφη, από το Βογατσικό Καστοριάς. Διετέλεσε επίσης συνεργάτης στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Μακεδονίας και επί σειρά ετών εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσ/νίκης. Διετέλεσε, τέλος, μέλος του Δ.Σ., γενικός γραμματέας και πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης (Ε.Σ.Η.Ε.Μ-Θ.).

Παράλληλα, ο ακαταπόνητος Γεράσιμος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτιστικά θέματα. Διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Τσοτυλιωτών Θεσ/νίκης, πρόεδρος της Εταιρείας Μελετών Άνω Βοΐου, μέλος του Δ.Σ. της Μ.Φ.Αδελφότητος, μέλος της Ε.Μ. Σπουδών και του Συνδέσμου Φοιτησάντων στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου, του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης (προλόγισε, παρουσίασε και έγραψε ευμενέστατες κριτικές για τις εκδόσεις του, προήδρευσε σε πολλές γενικές συνελεύσεις και γενικά ήταν πάντοτε παρών σε όλες τις εκδηλώσεις του: ομιλίες, προσκυνηματικές εκδρομές στην Πόλη, τα Μικρασιατικά παράλια και τη Βόρειο Ήπειρο).

Το Γυμνάσιο Τσοτυλίου αποτελούσε γι’ αυτόν σημείο αναφοράς. Τον συγκινούσε και τον ενδιέφερε περισσότερο από όλα τα θέματα. Γι’ αυτό και του αφιέρωσε πολλά κείμενα και χαιρόταν ιδιαίτερα κάθε φορά που άκουγε γι’ αυτό «γηθόσυνα αγγέλματα». Δυο παραδείγματα διά του λόγου το αληθές:

Όταν υπηρετούσα στις περιώνυμες Σχολές Κων/πόλεως, λόγω «δεσμών» μου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με Μητροπολίτες του Οικουμενικού Θρόνου και λόγω του ότι επανειλημμένα είχα διαπιστώσει ότι το Γυμνάσιο Τσοτυλίου είχε ιδρυθεί με τις ευχές και ευλογίες του Οικουμενικού Πατριάρχου Ανθίμου του ΣΤ΄ και ότι διατελούσε «υπό την ανωτάτην εποπτείαν του κατά καιρόν Οικουμενικού Πατριάρχου», μού γεννήθηκε μια τολμηρή ιδέα: Να προσκαλέσω τον Οικουμενικό Πατριάρχη να επισκεφθεί επισήμως το Γυμνάσιο Τσοτυλίου! Και όταν την άνοιξη του 1999 με ειδοποίησε ο κατά το 1991 εκλεγείς Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριος Κύριος Βαρθολομαίος ότι στις 28 Μαΐου (1999) θα επισκεφθεί επισήμως το Γυμνάσιο Τσοτυλίου, ευρισκόμενος στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γνωρίζοντας ότι ο Γεράσιμος Δώσσας εργάζεται στο Γραφείο Τύπου της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσ/νίκης, – απέναντι ακριβώς από τη Θεολογική Σχολή – σκέφτηκα να περάσω από το γραφείο του και να μοιραστώ μαζί του τη χαρά μου από «το γηθόσυνον άγγελμα» του Πατριάρχου. «Μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά», δε λέει ο σοφός λαός μας;

Πήγα, λοιπόν, με καλοδέχτηκε ευγενικά όρθιος και όταν του ανακοίνωσα την ευχάριστη είδηση, σηκώθηκε πάλι από τη χαρά του όρθιος και μου είπε μεταξύ άλλων: «Ουδέποτε μπορούσα να φανταστώ ότι θα αξιωθούμε να υποδεχτούμε στο ιστορικό Γυμνάσιό μας Οικουμενικό Πατριάρχη. Η επαρχία μας θα σε ευγνομονεί»!

Οίκοθεν νοείται ότι ο Γεράσιμος Δώσσας ήταν παρών στην υποδοχή του Οικουμενικού Πατριάρχου, συνομίλησε μαζί Του και εξέφρασε τη βαθύτατη χαρά του για τη σεπτή επίσκεψη του Παναγιωτάτου στο παλαίφατο Γυμνάσιο Τσοτυλίου.

Φέτος, πάλι, όταν η Γραμματεία της Ακαδημίας Αθηνών με ειδοποίησε ότι το ανώτατο αυτό πνευματικό ίδρυμα της χώρας μας ικανοποίησε το αίτημά μας και βράβευσε «το Τσοτύλιον Γυμνάσιο Δυτικής Μακεδονίας για την επί 150 έτη μέγιστη και πολυτιμότατη προσφορά του στην Παιδεία, την Κοινωνία και το Έθνος γενικότερα», σκέφτηκα να ανακοινώσω στο Γεράσιμο Δώσσα πρώτα πρώτα την ευχάριστη είδηση.

Ομολογώ ότι με κατασυγκίνησε με τη χαρά και την απροσποίητη συγκίνησή του. «Είναι πολύ μεγάλη τιμή για το Γυμνάσιό μας και θα το συνοδεύει για πάντα …», μου είπε μεταξύ άλλων περιχαρής.

Αυτός ήταν ο Γεράσιμος Δώσσας. Σοβαρός και σεμνός, αλλά ιδιαίτερα συναισθηματικός και εκδηλωτικός, όταν επρόκειτο για μεγάλα γεγονότα και προπάντων για γεγονότα που τιμούν και γεραίρουν το Γυμνάσιο Τσοτυλίου.

Δε θα ’θελα να κλείσω το αφιέρωμα αυτό στο Γεράσιμο Δώσσα χωρίς να αναφέρω μιαν ακόμη μεγάλη χαρά του για το Γυμνάσιο Τσοτυλίου: Όταν πριν από χρόνια ο Σύνδεσμος Φοιτησάντων στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου, μετά από επίσκεψη στην περιοχή Αργυροκάστρου Β. Ηπείρου, προσκάλεσε το χορευτικό συγκρότημα του Συλλόγου Γυναικών Κάτω Δρόπολης «ΟΡΑΜΑ» και παρουσίασε στις 9.8.2007 εξαιρετικά εντυπωσιακούς χορούς από τη Δρόπολη της Β. Ηπείρου στο προαύλιο του Γυμνασίου Τσοτυλίου, ο Γεράσιμος περιχαρής και κατασυγκινημένος μου είπε, θυμούμαι, στο τέλος: «Απόψε φέρατε στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου τη φωνή και την ψυχή της Β. Ηπείρου. Μεγάλη τιμή για τους κατοίκους της περιοχής και προπάντων για το Γυμνάσιό μας, στο οποίο κάποτε φοιτούσαν πολλοί Βορειοηπειρώτες μαθητές. Θερμά συγχαρητήρια στο Σύνδεσμο Φοιτησάντων στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου».

Θα «επιστέψω» (στεφανώσω) το αφιέρωμά μου αυτό στη μνήμη του Γεράσιμου Δώσσα με ένα απόσπασμα από τον πρόλογο που είχε γράψει για ένα μικρό Λεύκωμα που είχα εκπονήσει το 1994 με τον τίτλο: «Η Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης και η τηλαυγής Τσοτύλιος Σχολή». Ο πρόλογος του αειμνήσου Γ. Δώσσα – και προπάντων το αναδημοσιευόμενο απόσπασμα – είναι ένας φιλοσοφημένος ύμνος του Γυμνασίου Τσοτυλίου. Και ως ύμνος του Γυμνασίου της καρδιάς μας, αξίζει να διαβαστεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά φέτος που γιορτάζουμε και τιμούμε τα 150 (!) χρόνια του. Γιατί αφορά και τιμά και το συγγραφέα του και το Γυμνάσιο Τσοτυλίου. Ας το χαρούμε λοιπόν:

«Υπήρχε προπολεμικά μια άτυπη φάλαγγα τιμής στην Ελλάδα. Την αποτελούσαν όσοι είχαν φοιτήσει στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου. Τα μέλη αυτής της φάλαγγας κατέχονταν από την κυριαρχική συναίσθηση ενός δεσμού και ενός χρέους. Ήταν ο δεσμός με το πνευματικό αυτό ίδρυμα και το χρέος στους ιδρυτές και τους λειτουργούς του. Δεσμός που διαρκούσε όσο και η ζωή κάθε μέλους. Και χρέος που δεν μπορούσε να εκπληρωθεί, παρά μόνο με τη δικαίωση του σκοπού για τον οποίο ιδρύθηκαν και λειτούργησαν τα Εκπαιδευτήρια Τσοτυλίου.

Στο βαθμό που η ίδια συναίσθηση δεσμού και χρέους ισχύει ακόμα, όπως στο παρελθόν, μπορούμε και εμείς και οι επιγιγνόμενοι να στοιχηθούμε στη φάλαγγα τιμής των μαθητών του Γυμνασίου Τσοτυλίου.

Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που δίνει το δικαίωμα εγγραφής; Δεν είναι η επιδίωξη διακρίσεων και δικαιωμάτων. Ούτε κάποιο αλαζονικό αίσθημα υπεροχής. Είναι μόνο η αναδοχή αυξημένων υποχρεώσεων. Καθένας που διετέλεσε μαθητής εδώ πέρα, έπαιρνε και πρέπει να παίρνει μαζί του την πάντοτε ζωντανή αντίληψη ότι οφείλει να τιμήσει το Σχολείο του. Και δεν προέρχεται αυτό από μία κοινωνική-ταξική διαφοροποίηση. Δεν προέρχεται από την ιδέα ότι οι φορείς της εκφράζουν μια διάκριση σε πλούτο ή σε κοινωνική υπεροχή. Ίσα-ίσα, που η πλειοψηφία των μαθητών του Γυμνασίου και των τροφίμων του Οικοτροφείου προέρχονταν από φτωχές οικογένειες. Αλλά η διαφοροποίηση ήταν, και είναι ίσως ακόμη, καθαρά αξιοκρατική. Αριστοκρατική με την καλύτερη σημασία του όρου. Διότι το Σχολείο αυτό είχε δημιουργήσει την παράδοση πως υπηρετεί την παιδεία καλύτερα από τα άλλα Σχολεία …».

Κλείνοντας τον πρόλογο αυτόν ο Γεράσιμος Δώσσας γράφει: «… ο χρόνος που επάνω του δοκιμάζονται και κρίνονται οι ανθρώπινες πράξεις και τα ανθρώπινα έργα, έβαλε τη μεγάλη σφραγίδα του πάνω σ’ αυτό που ονομάζουμε προσφορά των Εκπαιδευτηρίων Τσοτυλίου. Και κατακύρωσε για πάντα την αξία της».

Παραλλάσσοντας τώρα λιγάκι το κείμενο σου, αλησμόνητε Γεράσιμε, θα πρόσθετα ότι ο χρόνος έβαλε τη μεγάλη του σφραγίδα και στη δική σου πολύτιμη προσφορά. Και κατακύρωσε για πάντα την αξία της.

*
Εκφράζουμε τη λύπη μας που εξαιτίας του άπληστου και ανένδοτου κορωνοϊού δεν πραγματοποιήσαμε ακόμη καμιά επετειακή εκδήλωση για τα 150 χρόνια του Γυμνασίου μας. Και είχαμε τόσα σχέδια και κάναμε μαζί σου τόσους προγραμματισμούς!

Όμως απ’ τη ζωή μακρύτερος ο δρόμος
κι άξαφνα στάθηκες μεσοστρατίς.

Κρίμα, λοιπόν, που δεν πρόλαβες να χαρείς το από ετών αναμενόμενο Αναμνηστικό Λεύκωμα του Γυμνασίου μας και την «Παγκαρπία» (συλλογικό τόμο με εργασίες για τη Μ.Φ.Αδελφότητα και το Γυμνάσιο Τσοτυλίου), που ήταν δική σου ιδέα. Την οποία όμως με κάθε θυσία θα υλοποιήσουμε και θα αφιερώσουμε την έκδοση στη μνήμη σου.

Ευχόμαστε, αξέχαστε Γεράσιμε, να ’ναι ελαφρύ το χώμα του λόφου του Αϊ-Λια (συνέχεια και προέκταση του Λόφου των Μουσών – του Γυμνασίου Τσοτυλίου), που σε δέχτηκε στην αγκαλιά του. Να ’ναι ελαφρύ το χώμα και αΐδιος η μνήμη σου! ΓΕΝΟΙΤΟ.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Σ . ΜΠΑΚΑΪΜΗ

τ . Καθηγητή Παιδαγωγικής Ακαδημίας

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

 … εδώ στον τόπο που ήρθα
εδώ παντρεύτηκα

(Μια συγκινητική «ιστορία» κατ ‘ αφήγηση Βασιλείου Τζώρτζη, στη μνήμη του οποίου την αφιερώνω)

Η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε, κατά κοινή ομολογία, η μεγαλύτερη συμφορά που έπληξε τον Ελληνισμό στα νεότερα χρόνια, μια συμφορά που περικλείεται σε μια μόνο λέξη: ξ ε ρ ι ζ ω μ ό ς ! Ξεριζωμός εκατομμυρίων Ελλήνων από τις προαιώνιες προγονικές τους εστίες: τον Πόντο, τη Μικρασία, την Ανατολική Θράκη. Από πανάρχαιες κοιτίδες που διακρίθηκαν σε όλους τους τομείς, κυριότατα όμως στα γράμματα και τις τέχνες.

Γι’ αυτό ασφαλώς δεν υπερβάλλουν όσοι υποστηρίζουν ότι ο Ελληνισμός της Ανατολίας «εάλω » ουσιαστικά όχι το 1453 αλλά το μοιραίο έτος 1922.

Ας είναι όμως: «οι μεγάλες χαρές και οι μεγάλες λύπες, οι μεγάλες νίκες και οι μεγάλες συμφορές είναι συνδεδεμένες με τη ζωή των μεγάλων λαών1». Κατά βάθος προδίδουν μεγαλείο, κρύβουν δυναμισμό. Το μεγαλείο και το δυναμισμό των ανήσυχων, των δυναμικών λαών: όχι των μέτριων και … ταπεινών. Προδίδουν το σφρίγος των λαών που διακατέχονται από μεγάλα οράματα, που εμπνέονται από υψηλά ιδανικά και που αγωνίζονται, με όλες τους τις δυνάμεις , να πραγματώσουν τα μεγάλα όνειρά τους, όπως μεγάλο όνειρο στάθηκε για τους Έλληνες ο λυτρωμός των αδελφών της Ανατολής.

Ο λόγος του Ελευθερίου Βενιζέλου, λόγος-απόκριση στους διστακτικούς και μεμψίμοιρους, είναι, νομίζω, πολύ χαρακτηριστικός και απηχεί οπωσδήποτε τη γνώμη των περισσοτέρων, αν όχι όλων των Ελλήνων: «Η Ελλάδα», είχε πει ο μεγάλος πολιτικός, «βρέθηκε μπροστά σε μια ευκαιρία, που μόνο μια φορά στα χίλια χρόνια μπορεί να παρουσιαστεί. Δεν είχα δικαίωμα, ως υπεύθυνος κυβερνήτης του τόπου, να μην κάμω το παν, για να πραγματώσω τα όνειρα της φυλής. Έστω και μέσα από μύριους κινδύνους, από πλήθος αντιξοότητες»2.

Ίσως, λοιπόν, δεν ήταν λάθος η Μικρασιατική Εκστρατεία σαν ιδέα, σαν ξεκίνημα. Το λάθος ήταν ότι ακολούθησαν … πολλά λάθη λάθη σοβαρά, ασυγχώρητα ΛΑΘΗ.

Όσοι πήραν μέρος στη μοιραία εκείνη εκστρατεία είδαν και άκουσαν, προπάντων όμως υπέφεραν πάρα πολλά, ώστε για χρόνια είχαν να διηγούνται ατέλειωτες «ιστορίες» για το Έπος και την οδύσσεια της Μικρασίας.

Ο Βασίλειος Τζώρτζης (από τη Μόρφη Βοΐου) υπηρέτησε ως τραυματιοφορέας στις πρώτες γραμμές του μετώπου. Είδε, λοιπόν, από κοντά και μετέφερε με τα ίδια του τα χέρια εκατοντάδες τραυματίες (και νεκρούς), στάθηκε αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυς πολλών επεισοδίων. Και, ευαίσθητος καθώς ήταν, πόνεσε σίγουρα αμέτρητες φορές, εκτελώντας αυτήν την τόσο επικίνδυνη αλλά μαζί και τόσο ανθρώπινη αποστολή. Και γι’ αυτό ασφαλώς θυμόταν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία, παρά τα ενενήντα (ίσως και περισσότερα ) χρόνια του, πολλές και πολύ συναρπαστικές «ιστορίες», μια από τις οποίες δημοσιεύουμε στη συνέχεια. Είναι, πιστεύουμε, ιδιαίτερα συγκινητική για όλους τους αναγνώστες αλλά προπάντων για τους Δυτικομακεδόνες.

Τη δημοσιεύουμε χωρίς προσθαφαιρέσεις και χωρίς να επιφέρουμε καμιά διόρθωση, για να μην αλλοιώσουμε το απλό και ανεπιτήδευτο ύφος του Β. Τζώρτζη.

«Το 1920 υπηρετούσα στρατιώτης, με την ειδικότητα του τραυματιοφορέα, στην 11η Μεραρχία, στη Βιθυνία3 της Μ. Ασίας.

Το στρατιωτικό νοσοκομείο, που είχε την έδρα του στη Νικομήδεια, ζήτησε μια μέρα από τη Μεραρχία ένα στρατιώτη που να γνωρίζει λίγα γράμματα για να τον χρησιμοποιήσει ως γραφέα, να κρατάει τα στοιχεία των εισερχομένων ασθενών. Η Μεραρχία έστειλε τότε εμένα προσωρινά σ’ αυτή τη θέση.

Κατά τα μέσα του Δεκέμβρη (1920) ανέλαβα υπηρεσία. Στο νοσοκομείο δε βρήκα κανέναν από τα χωριά μας μόνο ένα δεκανέα από τη Σιάτιστα, Πούλιο ονομαζόμενο, με τον οποίο γνωριστήκαμε και συνδεθήκαμε4 με φιλία.

Τα Χριστούγεννα ο φίλος μου ο Πούλιος με κάλεσε να φάμε μαζί. Όπως συνήθως, τις γιορτές στο στρατό δίνουν διπλή μερίδα φαγητό με γλυκό του ταψιού και λίγο κρασί. Αφού φάγαμε, το βάλαμε στο τραγούδι. Η παρέα ζήτησε να πω κι εγώ ένα τραγούδι από τον τόπο μου. Τότε θυμήθηκα και τραγούδησα το τραγούδι5:

Μαύρα μου χελιδόνια κι άσπρα μου πουλιά,
για χαμηλώστε λίγο τις φτερούγες σας
να πάρω ένα φτερό σας,
να γράψω μια γραφή να γράψω στην καλή μου να μη με καρτερεί.

Εδώ στον τόπο που ήρθα εδώ παντρεύτηκα.

………………………………………………………………………..

Προτού καλά καλά τελειώσω το τραγούδι, έρχεται ένας νοσοκόμος και μου λέει ότι κάποιος τραυματίας πολίτης με παρακαλεί να πάω να με δει. Πήγα κοντά του και τον θυμήθηκα . Λίγες μέρες πριν, όταν μπήκε στο νοσοκομείο, του είχα πάρει τα στοιχεία. Ήταν από τη Γιάλοβα6, που βρίσκεται στην περιφέρεια που ήμασταν (Βιθυνία).

Μόλις πήγα κοντά, τον βλέπω να κλαίει και να τρέχουν βροχή τα δάκρυα. Εμένα μου φάνηκε πολύ παράξενο, που αυτόν το Μικρασιάτη τον συγκίνησε τόσο πολύ το τραγούδι μου.

Είχε διαμπερές τραύμα στο μηρό και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Μου λέγει, λοιπόν, κλαίγοντας να πλησιάσω. Μόλις πλησίασα , μου πιάνει τα χέρια και αρχέβει7 να τα φιλάει και με ρωτάει με αγωνία πόθεν είμαι.

Αφού του είπα ότι κατάγομαι από το χωριό Μοιρασάν8 Τσοτυλίου Κοζάνης, με ρωτάει αν ζει η μπάμπω η Λίνα. Ξαφνιάστηκα τότε και τον ρωτώ πόθεν είναι. Μου λέγει ότι το τραγούδι που τραγούδησα ήταν πολύ πικρό γι’ αυτόν. «Είμαι από το Βαντσκό9», συνέχισε, «τη Λίνα την έχω θεία, της γιαγιάς μου αδελφή, και όταν ήμουν μικρός, η γιαγιά μου με έφερνε στο χωριό σας».

Καλά, του λέω, πώς βρέθηκες τώρα εδώ;

Με δυο λόγια μου είπε την ιστορία του: ονομαζόταν Μουστάκας. Παντρεύτηκε στο χωριό του το 1912. Όπως συνήθιζαν τότε, σε λίγους μήνες (μετά το γάμο) ξενιτεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη. Έπιασαν στο μεταξύ οι πόλεμοι, ο ελληνοτουρκικός και ο παγκόσμιος, και αποκλείστηκε εκεί.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, έμαθε ότι η γυναίκα του είχε πεθάνει κατά την επιδημία της γρίππης, το 1918. Παντρεύτηκε τότε και έμεινε στη Μικρά Ασία10.

Όπως έμαθα αργότερα, έγινε καλά και το 1922 ήρθε πρόσφυγας με την οικογένειά του στην Ελλάδα».

Αυτά μου αφηγήθηκε ο αείμνηστος Βασίλειος Τζώρτζης προσθέτοντας στο τέλος: «Πολύ θα ‘θελα να ξανασυναντηθούμε με το Μουστάκα . Αλλά ποιος ξέρει πού βρίσκεται … ».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Γρ. Κασιμάτη, προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών, Ομιλία προς την ολομέλεια της Ακαδημίας στα πενήντα χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή (21 10-1972).
  2. Θ. Πετσάλη- Διομήδη , Σελίδες τραγωδίας («Νέα Εστία », Χριστούγεννα 1972, σ. 49).
  3. Περιοχή της Μ. Ασίας μεταξύ, Ευξείνου Πόντου, Φρυγίας, Προποντίδος, Βοσπόρου, Μυσίας και Παφλαγονίας. Σπουδαίες πόλεις της είναι η Νικομήδεια, η Νίκαια κ.ά.
  4. Αντί του ορθού « γνωρίστηκα και συνδέθηκα » (ενικός).
  5. Το περιστατικό αυτό θυμίζει ανάλογο περιστατικό του στρατηγού Μακρυγιάννη: «Τότε έκατζε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί τραγουδήσαμεν κι εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι ο Παπακώστας να τραγουδήσω ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει … Τότε λέγω ένα τραγούδι» (Απομνημονεύματα ):

Ο Ήλιος εβασίλεψε,

Έλληνα μου, βασίλεψε

και το φεγγάρι εχάθη

κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά στην Πούλια.

……………………………..

  1. Πόλη της Βιθυνίας βόρεια της Προύσας.
  2. Ιδιωματική λέξη της Επαρχίας Βοΐου, σημαίνει «αρχίζει».
  3. Η σημερινή Μόρφη (Βοΐου).
  4. Το σημερινό χωριό Κυδωνιές (Γρεβενών).
  5. Να, λοιπόν, γιατί το τραγούδι που τραγούδησε ο Β. Τζώρτζης ήταν πολύ πικρό για το Μουστάκα. Είχε χάσει την καλή του και είχε ξαναπαντρευθεί στην ξενιτιά.