Η ενεργειακή ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, εν όψει των αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, παραμένει βασική προτεραιότητα, τονίζεται σε ανάλυση του ΙΕΝΕ που αναφέρει ότι η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα και ειδικά στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Όπως σημειώνεται, παρόλη την οικονομική κρίση που έχει στρεβλώσει καίρια σημεία της αγοράς, η ζήτηση των ενεργειακών αγαθών – μετά από μία σημαντική κάμψη την περίοδο 2013-2016 – σήμερα εμφανίζει μία ανάκαμψη. Όσον αφορά τις πηγές εισαγωγής για το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, η χώρα μας είναι αρκετά διαφοροποιημένη, εισάγοντας από πολλές διαφορετικές χώρες τις απαιτούμενες ποσότητες.

Ακόμα ένα μεγάλο προσόν της χώρας μας είναι ο σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ρεβυθούσα, που παρόλη την μικρή χωρητικότητά του (που σύντομα θα αυξηθεί) θα μπορούσε να τροφοδοτεί σε συνθήκες κρίσης με φυσικό αέριο όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και άλλες χώρες της Ευρώπης. Ενώ με το FSRU της Αλεξανδρούπολης αυξάνονται περαιτέρω οι δυνατότητες της Ελλάδας να τροφοδοτήσει άλλες χώρες, ενώ παράλληλα θα μπορέσει να αναδειχθεί σε μεγάλο βαθμό ο διαμετακομιστικός ρόλος της χώρας.

Επίσης, η Ελλάδα, ως μέλος όλων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και πλαισίων, συμμετέχει ενεργά στις πολιτικές ασφάλειας της Ενεργειακής Ένωσης (πχ. solidarity mechanism). Η συμμετοχή της αυτή στα σχέδια διασυνοριακών αγωγών φυσικού αερίου, τερματικών σταθμών ΥΦΑ και διεθνών διασυνδέσεων ηλεκτρικής ενέργειας τής δίνει τη δυνατότητα, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση, να καταστεί ένας δευτερεύον (αλλά σημαντικός) περιφερειακός κόμβος του Νότιου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου.

Επιπλέον, η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί διπλωματικά και οικονομικά από την εφαρμογή αυτών των πολιτικών, ενισχύοντας την ανάκαμψη της οικονομίας της. Από την άλλη πλευρά, καθώς το πλαίσιο της Ενεργειακής Ένωσης και οι εθνικές πολιτικές αποτελούν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, η Ελλάδα μπορεί σε διπλωματικό επίπεδο να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις κατά τη συμμετοχή της στο έργο και εν γένει στην λειτουργία του Νότιου Διαδρόμου.

 

Περιορισμένες οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές σε ΝΑ Ευρώπη και Ελλάδα

Τις τελευταίες δεκαετίες, η εγχώρια παραγωγή ενέργειας στην περιοχή δεν έχει αυξηθεί αναλογικά με την ζήτηση λόγω δυσκολιών στην απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρισμού, αλλά και λόγω των περιορισμένων επενδύσεων. Έτσι, η υπάρχουσα ενεργειακή υποδομή δυσκολεύεται να καλύψει τη ζήτηση και είναι αναξιόπιστη σε πολλές περιπτώσεις.

Από τη μία πλευρά, υπάρχει η ανάγκη για θεμελιώδεις αλλαγές στην αγορά (ώστε να καταστεί πλήρως ανταγωνιστική), για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και την πορεία προς τον περιορισμό χρήσης άνθρακα (ιδίως στην ηλεκτροπαραγωγή), σύμφωνα με τους στόχους της ΕΕ και τις δεσμεύσεις του Παρισιού για το κλίμα – COP21.

Κίνδυνος η περιοχή να αντιμετωπίσει κάποιες μορφές ενεργειακής κρίσης

Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται η χρόνια αντίσταση στις όποιες αλλαγές – στις περισσότερες χώρες της ΝΑ Ευρώπης – προκειμένου να προστατευθούν, μεταξύ άλλων, η εγχώρια παραγωγή άνθρακα και η συνδεδεμένη με αυτή ηλεκτροπαραγωγή, αλλά και η τεράστια εξάρτησή τους από τις εισαγωγές καυσίμων. Όλα αυτά υποδεικνύουν ότι η περιοχή σύντομα ενδέχεται να αντιμετωπίσει κάποιες μορφές ενεργειακής κρίσης.

Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι θα χρειαστούν τεράστιες επενδύσεις στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης για να αποτραπεί αυτή η κρίση, καθώς και ο κατάλληλος ενεργειακός σχεδιασμός. Γενικά, η ασφάλεια του ενεργειακού συστήματος της χώρας περιλαμβάνει την προστασία των υποδομών ενέργειας και την εξασφάλιση αδιάλειπτης παροχής ενέργειας και σε περιόδους κρίσεων οποιασδήποτε αιτίας, ακραίων καιρικών φαινομένων, φυσικών καταστροφών, επιβουλών και απειλών από τον κυβερνοχώρο, αλλά και σε εμπόλεμη κατάσταση.

Απαιτούνται επενδύσεις τουλάχιστον 50 δισ. σε ενεργειακές υποδομές στην Ελλάδα

Σύμφωνα με την μελέτη του ΙΕΝΕ οι ενεργειακές υποδομές της Ελλάδας απαιτούν επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 50 δισ. μέχρι το 2025. Αν λάβουμε υπόψιν ότι σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για κάθε ευρώ που δαπανάται για ενεργειακές υποδομές, το ΑΕΠ αυξάνεται περαιτέρω κατά 0,8 ερώ, γίνονται σαφή τα πολλαπλά οφέλη της χώρας μας από την ανάκαμψη της οικονομίας και τη 99  τεράστια συνεισφορά του ενεργειακού κλάδου σε αυτήν, μειώνοντας παράλληλα την ενεργειακή εξάρτησή της.

Τέλος, όπως σημειώνει ο ΙΕΝΕ, η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας, ώστε να πλησιάσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (δηλ. το 54%), πρέπει να αποτελέσει έναν σταθερό και αδιαπραγμάτευτο στόχο, ο οποίος μπορεί να επιτευχθεί, με οικονομικά οφέλη για την Ελλάδα, μέσω της μείωσης του όγκου των εισαγώμενων καυσίμων με παράλληλη αύξηση της παραγωγής των αντίστοιχων εγχώριων, με έμφαση στις ΑΠΕ, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο.

Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων

 Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, εν όψει των αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, παραμένει βασική προτεραιότητα παρά την πρόοδο που έχει σημειώσει η ήπειρος όσον αφορά την μείωση της εξάρτησής της από τις εισαγωγές φυσικού αερίου της Ρωσίας. Κατά τη διάρκεια του 2022 και του 2023, οι ευρωπαϊκές χώρες διεύρυναν σημαντικά τον κύκλο προμηθευτών τους, ενώ ενίσχυσαν και το μερίδιο συμμετοχής των ΑΠΕ, μειώνοντας την εξάρτησή τους από το ρωσικό φυσικό αέριο. Παράλληλα, το περασμένο καλοκαίρι προχώρησαν στην αναπλήρωση των επιπέδων αποθήκευσης του φυσικού αερίου τους.

Ταυτόχρονα, ο σχετικά ήπιος καιρός τον περασμένο χειμώνα είχε ως αποτέλεσμα η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα να παραμείνει χαμηλή, βοηθώντας τις προσπάθειες ενεργειακής μετάβασης σε πολλές χώρες. Ωστόσο, παραμένουν ερωτηματικά για το εάν όλες αυτές οι προετοιμασίες θα είναι επαρκείς για να αντιμετωπίσουμε τους επόμενους μήνες και τα επόμενα χρόνια. Θα καταφέρει άραγε η Ευρώπη να αντιμετωπίσει τις πιθανές προκλήσεις που θα μπορούσε να θέσει η αγορά ενέργειας το 2024 και μετά; Ύστερα από μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη θα μπορούσε να ξεμείνει από φυσικό αέριο το 2022 ως αποτέλεσμα της μείωσης των ρωσικών εισαγωγών φυσικού αερίου, σήμερα η ενεργειακή της θέση φαίνεται πολύ πιο σταθερή. Η Νορβηγία αντικατέστησε εν μέρει τη Ρωσία ως τον μεγαλύτερο προμηθευτή φυσικού αερίου μέσω αγωγών, ενώ ένας συνδυασμός ήπιων χειμερινών θερμοκρασιών, χαμηλότερων τιμών ενέργειας και της ώθησης των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από διεθνείς προμηθευτές εξασφάλισε την επιβίωση της Ευρώπης τον περασμένο χειμώνα.

Αν και με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση που φτάνει σχεδόν το 56%, φέτος η ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένη — αλλά τώρα ένας δεύτερος πόλεμος απειλεί επίσης να αναστατώσει τις ενεργειακές της αγορές. Η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς απειλεί να διαταράξει τις σχέσεις της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή ή ακόμη και να φέρει το Ιράν σε άμεση αντιπαράθεση με το Ισραήλ και τους δυτικούς εταίρους του. Ενώ οι αγορές είναι σχετικά ήρεμες προς το παρόν, οποιοδήποτε από αυτά τα σενάρια θα μπορούσε να προκαλέσει χάος. Ωστόσο, η Ευρώπη είναι «εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει τη στενότητα της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και ντίζελ», είπε πρόσφατα η Επίτροπος Ενέργειας κα. Kadri Simson. Οι αξιωματούχοι έχουν διδαχθεί από τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία και εργάζονται για να «κατανοήσουν όλα τα τρωτά μας σημεία για την καλύτερη αντιμετώπισή τους και πώς μπορούμε να είμαστε προετοιμασμένοι για οποιοδήποτε περιστατικό ή έκτακτη ανάγκη».

Η Μηνιαία Ανάλυση του ΙΕΝΕ Νοεμβρίου 2023, επιχειρεί να ρίξει φως στην ενεργειακή ασφάλεια της (ΝΑ) Ευρώπης και να τονίσει τον ζωτικό ρόλο που μπορεί να παίξει η Ελλάδα ως περιφερειακός ενεργειακός κόμβος τα επόμενα χρόνια εν μέσω ενός γεωπολιτικά κατακερματισμένου κόσμου, όπου δύο πόλεμοι βρίσκονται πλέον σε εξέλιξη, θέτοντας ευρύτερα ζητήματα ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού.

Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του έτους, οι προοπτικές της αγοράς για την επερχόμενη χειμερινή περίοδο στην ΕΕ παρουσιάζονται θετικές. Τα βήματα που έγιναν για τη διαφοροποίηση των εισαγωγών φυσικού αερίου, την επέκταση της δυνατότητας επαναεριοποίησης LNG και την ισχυρή ανάπτυξη ΑΠΕ έθεσαν την ΕΕ σε πολύ καλύτερη θέση να αντιμετωπίσει τους κραδασμούς στην αγορά φυσικού αερίου από ό,τι το 2021 και πέρυσι. Ωστόσο, η διατήρηση της τρέχουσας μείωσης της ζήτησης φυσικού αερίου παραμένει κρίσιμος παράγων. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να είναι έτοιμες να δράσουν εάν υπάρξουν ανατροπές στις τάσεις κατανάλωσης (πολιτικές που αυξάνουν τη ζήτηση φυσικού αερίου, όπως οι επιδοτήσεις, θα πρέπει να αποφεύγονται).

Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης κατά τη διάρκεια του επερχόμενου χειμώνα εξαρτάται επίσης από την ακεραιότητα των αγωγών αερίου και των υποδομών LNG. Η δολιοφθορά ή οι διακοπές θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές συνέπειες. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο εγρήγορσης και ασφάλειας για την προστασία αυτών των κρίσιμων οδών ανεφοδιασμού. Τέλος, ο αντίκτυπος της αύξησης των τιμών του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας στη βιομηχανία απαιτεί προσεκτική και μελετημένη προσέγγιση στην βεβιασμένη ενεργειακή μετάβαση που επιχειρεί η ΕΕ.

Πηγή:powergame.gr