Δεν είναι όλοι οι εργοδότες εκμεταλλευτές, ούτε όλοι οι εργαζόμενοι θύματα.
Η πολιτική υποκρισία στη χώρα μας έχει πλέον ξεπεράσει κάθε όριο. Αρκεί μια δήλωση που ξεφεύγει από το καθιερωμένο πολιτικό αφήγημα για να ξεκινήσει ένας δημόσιος διαγωνισμός αγανάκτησης, καταγγελιών και πολιτικής εκμετάλλευσης.
Αφορμή αυτή τη φορά στάθηκαν οι δηλώσεις της ευρωβουλευτού Ελεονώρας Μελέτη, για τις οποίες έσπευσαν πολλοί να την καταδικάσουν, επειδή τόλμησε να αναφερθεί και στην άλλη πλευρά των εργασιακών σχέσεων. Σε μια πραγματικότητα που αρκετοί γνωρίζουν, αλλά ελάχιστοι τολμούν να συζητήσουν δημόσια.
Και αναρωτιέμαι:
Είναι όλοι οι εργαζόμενοι ευσυνείδητοι και όλοι οι εργοδότες εκμεταλλευτές;
Ας μιλήσουμε επιτέλους χωρίς παρωπίδες, χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και, κυρίως, χωρίς υποκρισία.
Δεν υπάρχουν εργαζόμενοι που απειλούν τους εργοδότες τους με καταγγελίες στην Επιθεώρηση Εργασίας, χρησιμοποιώντας το περιβόητο «απόλυσέ με και θα δεις» ως μέσο πίεσης;
Δεν υπάρχουν εργαζόμενοι που συστηματικά καθυστερούν να προσέλθουν στην εργασία τους, αδιαφορούν για τις υποχρεώσεις τους, καταχρώνται αναρρωτικές άδειες ή προκαλούν ακόμη και εσκεμμένες ζημιές στις επιχειρήσεις;
Δεν έχουν υπάρξει περιπτώσεις εργαζομένων που μετέφεραν εμπιστευτικές πληροφορίες, εμπορικά δεδομένα και πελατολόγια από την επιχείρηση στην οποία εργάζονταν σε ανταγωνιστικές εταιρείες;
Φυσικά και έχουν υπάρξει!
Όπως, ασφαλώς, έχουν υπάρξει και εργοδότες που παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία, δεν καταβάλλουν δεδουλευμένα, καταστρατηγούν εργασιακά δικαιώματα ή εκμεταλλεύονται την ανάγκη των ανθρώπων για εργασία.
Γιατί, λοιπόν, η μία πραγματικότητα αναγνωρίζεται ως κοινωνική αδικία, ενώ η άλλη αντιμετωπίζεται σχεδόν ως απαγορευμένο θέμα συζήτησης;
Ας έρθουμε, όμως, και στον μικρομεσαίο επιχειρηματία.
Σε εκείνον που προσλαμβάνει έναν, δύο, πέντε ή δέκα εργαζομένους και πολλές φορές αντιμετωπίζεται εκ των προτέρων ως ο «κακός εργοδότης» που πίνει το αίμα των υπαλλήλων του.
Ποιος είναι, αλήθεια, αυτός ο άνθρωπος;
Δεν είναι εκείνος που ανοίγει πρώτος την επιχείρησή του και φεύγει τελευταίος;
Δεν είναι εκείνος που αγωνιά καθημερινά για τη μισθοδοσία, τις ασφαλιστικές εισφορές, την εφορία, τους προμηθευτές, τους πελάτες και τις δεκάδες υποχρεώσεις που του επιβάλλει το κράτος;
Δεν είναι εκείνος που αναλαμβάνει το επιχειρηματικό ρίσκο, που πολλές φορές υποθηκεύει την προσωπική του περιουσία και που, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, πληρώνει πρώτα τους άλλους και αφήνει τελευταίο τον εαυτό του;
Δεν είναι εκείνος που μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος ακόμη και με ποινικές συνέπειες για συγκεκριμένες οφειλές ασφαλιστικών εισφορών;
Ποιος υπερασπίζεται, λοιπόν, τα δικαιώματα αυτού του ανθρώπου;
Ποιος μιλά για την αγωνία του, για την ανασφάλειά του, για τις ατελείωτες ώρες εργασίας και για την ευθύνη που αναλαμβάνει καθημερινά προκειμένου να κρατήσει ζωντανή την επιχείρησή του;
Ή μήπως, επειδή τόλμησε να επιχειρήσει και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, έχασε αυτομάτως το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται με σεβασμό και δικαιοσύνη;
Ας μιλήσουμε και για τις διαδικασίες επίλυσης εργατικών διαφορών.
Πόσο ισότιμα αισθάνεται ότι αντιμετωπίζεται ένας μικρός εργοδότης όταν προσέρχεται ενώπιον των αρμόδιων αρχών;
Γιατί να δημιουργείται, έστω και ως εντύπωση, ότι ο εργαζόμενος έχει αυτομάτως δίκιο και ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι δεν είναι ένοχος;
Η εργατική νομοθεσία οφείλει να προστατεύει τον εργαζόμενο, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Η εφαρμογή της, όμως, πρέπει να στηρίζεται στην αντικειμενικότητα, στα πραγματικά περιστατικά και στην ισότιμη ακρόαση των δύο πλευρών.
Από πότε η ιδιότητα του εργοδότη αποτελεί τεκμήριο ενοχής;
Και μέσα σε όλα αυτά εμφανίζονται πολιτικοί εκπρόσωποι, ακόμη και από το ΠΑΣΟΚ, που σπεύδουν να παρουσιαστούν ως οι αποκλειστικοί υπερασπιστές του εργαζομένου, καταδικάζοντας με χαρακτηριστική ευκολία οποιονδήποτε τολμήσει να αναφερθεί και στις υποχρεώσεις του.
Θα ήθελα, λοιπόν, να ρωτήσω όσους καταδικάζουν τόσο εύκολα τις συγκεκριμένες δηλώσεις:
Αν ένας δικός τους άνθρωπος, ένας συγγενής ή ένας φίλος που δραστηριοποιείται επιχειρηματικά, είχε αντιμετωπίσει κάποια από τις συμπεριφορές που προανέφερα, θα διατηρούσαν την ίδια απόλυτη στάση;
Ή μήπως η κοινωνική τους ευαισθησία μεταβάλλεται ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί τους;
Αρκετά πια με τον επιλεκτικό εργατοπατερισμό και τον ψευτοκομμουνισμό της πολιτικής ευκολίας!
Η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων αποτελεί αδιαπραγμάτευτη κοινωνική κατάκτηση. Κανείς δεν δικαιούται να την αμφισβητεί ή να την υπονομεύει.
Όμως, η προστασία των δικαιωμάτων δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ασυλία απέναντι στις υποχρεώσεις.
Η συνέπεια, η εργατικότητα, ο επαγγελματισμός και ο αμοιβαίος σεβασμός δεν αποτελούν υποχρεώσεις μόνο του εργοδότη. Αποτελούν υποχρεώσεις και του εργαζομένου.
Όπως ακριβώς ο εργοδότης οφείλει να αμείβει σωστά, να ασφαλίζει, να σέβεται και να προστατεύει το προσωπικό του, έτσι και ο εργαζόμενος οφείλει να ανταποκρίνεται με συνέπεια και υπευθυνότητα στην εργασία για την οποία αμείβεται.
Δεν μπορούμε να απαιτούμε δικαιώματα αγνοώντας τις υποχρεώσεις. Ούτε μπορούμε να μιλάμε για κοινωνική δικαιοσύνη όταν επιλέγουμε ποιον θα υπερασπιστούμε με βάση την επαγγελματική του ιδιότητα και όχι με βάση το δίκιο του.
Προσωπικά, σέβομαι απεριόριστα τον εργαζόμενο που σηκώνεται καθημερινά για να κερδίσει τίμια το μεροκάματό του. Εκείνον που στηρίζει την οικογένειά του, που προσφέρει, που δημιουργεί και που αντιμετωπίζει την εργασία του με υπευθυνότητα και αξιοπρέπεια.
Το ίδιο, όμως, σέβομαι και τον μικρομεσαίο επιχειρηματία που αγωνίζεται να κρατήσει την επιχείρησή του ζωντανή, να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και να διατηρήσει τις θέσεις εργασίας που δημιούργησε.
Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο πρώτος έχει πάντοτε δίκιο και ο δεύτερος είναι εξ ορισμού ένοχος.
Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν έχει επαγγελματική ιδιότητα. Δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο ούτε του εργαζομένου ούτε του εργοδότη.
Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε τα πολιτικά στερεότυπα περασμένων δεκαετιών και να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα με ειλικρίνεια.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλους επαγγελματίες υπερασπιστές των εργαζομένων, που θυμούνται την εργατική τάξη μόνο μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Ούτε από πολιτικούς που αντιμετωπίζουν κάθε επιχειρηματία ως ταξικό εχθρό.
Έχει ανάγκη από υγιείς επιχειρήσεις, αξιοπρεπώς αμειβόμενους εργαζομένους, ουσιαστική προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων και ένα κράτος που εφαρμόζει τους νόμους με δικαιοσύνη και χωρίς διακρίσεις.
Γιατί χωρίς εργαζομένους δεν υπάρχουν επιχειρήσεις. Και χωρίς επιχειρήσεις δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.
Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να είμαστε υποκριτές. Έστω για μία φορά!
Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε στρατόπεδο ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο.
Χρειάζεται να επιλέξουμε το στρατόπεδο της λογικής, της αξιοκρατίας, της συνέπειας και της δικαιοσύνης.
Γιατί, τελικά, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «εργοδότης ή εργαζόμενος».
Είναι συνέπεια ή ασυνέπεια. Δικαιοσύνη ή υποκρισία.
Και σε αυτή τη συζήτηση οφείλουμε να έχουμε το θάρρος να πούμε ολόκληρη την αλήθεια και όχι μόνο το μισό που μας βολεύει πολιτικά.
Φτάνει πια με το παραμύθιασμα από τα πολιτικά κόμματα και τους επαγγελματίες της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας!
Η εργασία πρέπει να αναγνωρίζεται, να αμείβεται αξιοπρεπώς και να επιβραβεύεται. Η συνέπεια, η εργατικότητα και η υπευθυνότητα πρέπει να αποτελούν αξίες που η κοινωνία μας υπερασπίζεται στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια.
Αλλά και η λούφα, η ασυνέπεια, η αδιαφορία και η συνειδητή κατάχρηση δικαιωμάτων πρέπει να έχουν συνέπειες, αντί να βαφτίζεται κάθε απαίτηση για επαγγελματική συνέπεια «εργασιακή εκμετάλλευση».
Διότι το να απαιτεί ένας εργοδότης να γίνεται σωστά η εργασία για την οποία κάποιος αμείβεται δεν αποτελεί από μόνο του εκμετάλλευση. Αποτελεί αυτονόητη απαίτηση μιας υγιούς εργασιακής σχέσης.
Δεν είναι κοινωνική δικαιοσύνη να επιβραβεύεις τον ασυνεπή και να τιμωρείς τον συνεπή. Δεν είναι προοδευτική πολιτική να υπερασπίζεσαι την τεμπελιά στο όνομα των εργασιακών δικαιωμάτων.
Και, κυρίως, δεν είναι υπεράσπιση της εργατικής τάξης να εξισώνεις τον τίμιο, εργατικό και ευσυνείδητο εργαζόμενο με εκείνον που συνειδητά εκμεταλλεύεται το σύστημα.
Γιατί με αυτόν τον τρόπο αδικείς πρωτίστως τους ίδιους τους εργαζομένους που καθημερινά μοχθούν, προσφέρουν και τιμούν το μεροκάματό τους.
Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη, εξίσου σοβαρό ερώτημα.
Πού βρίσκονται τα Επιμελητήρια; Πού βρίσκεται η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος;
Ένα τέτοιο κείμενο, μια τέτοια δημόσια τοποθέτηση, θα περίμενα να προέρχεται από κάποιο Επιμελητήριο ή ακόμη και από την ίδια την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος.
Από τους θεσμούς, δηλαδή, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν και υπερασπίζονται την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα τη μικρομεσαία.
Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε συχνά μια εκκωφαντική σιωπή απέναντι σε ζητήματα που αγγίζουν την καθημερινότητα χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων.
Και αναρωτιέμαι:
Μήπως και οι επιμελητηριακοί θεσμοί έχουν συμβιβαστεί με αυτή την πολιτική υποκρισία;
Μήπως είναι ευκολότερο να διατηρούν καλές σχέσεις με την εκάστοτε πολιτική εξουσία παρά να συγκρουστούν δημόσια υπερασπιζόμενοι εκείνους που εκπροσωπούν;
Γιατί, όταν πρόκειται για την είσπραξη των υποχρεωτικών επιμελητηριακών συνδρομών, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες καλούνται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Όταν, όμως, χρειάζονται μια δυνατή, ανεξάρτητη και ξεκάθαρη φωνή υπεράσπισης των συμφερόντων τους, πόσο συχνά τη βρίσκουν πραγματικά δίπλα τους;
Τα Επιμελητήρια δεν υπάρχουν για να εισπράττουν συνδρομές, να διοργανώνουν εκδηλώσεις και να φωτογραφίζονται οι διοικήσεις τους δίπλα σε υπουργούς και πολιτικούς παράγοντες.
Υπάρχουν πρωτίστως για να εκπροσωπούν, να στηρίζουν και, όταν χρειάζεται, να συγκρούονται για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που αποτελούν τη βάση της πραγματικής οικονομίας.
Και αν δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το κάνουν, τότε οφείλουν τουλάχιστον να εξηγήσουν στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες ποια ακριβώς είναι η ουσιαστική ανταποδοτικότητα της εκπροσώπησής τους.
Γιατί η εκπροσώπηση δεν εξαντλείται σε δελτία Τύπου, συνέδρια, δημόσιες σχέσεις και εθιμοτυπικές συναντήσεις.
Η εκπροσώπηση απαιτεί φωνή, θέση, διεκδίκηση και, πάνω απ’ όλα, πολιτικό θάρρος.
Ας φορέσουμε, λοιπόν, επιτέλους παντελόνια και ας τολμήσουμε να πούμε μερικές αλήθειες!
Αλήθειες που μπορεί να μην είναι πολιτικά βολικές, που μπορεί να ενοχλούν και να μη χαϊδεύουν αυτιά, αλλά είναι απαραίτητες αν θέλουμε πραγματικά μια κοινωνία δικαιοσύνης, αξιοκρατίας και αμοιβαίου σεβασμού.
Γιατί η δικαιοσύνη δεν είναι να υπερασπίζεσαι πάντα τον εργαζόμενο ή πάντα τον εργοδότη. Είναι να έχεις το θάρρος να υπερασπίζεσαι εκείνον που έχει δίκιο, ακόμη κι όταν αυτό δεν εξυπηρετεί το πολιτικό σου αφήγημα.
Και αυτό ισχύει για όλους: πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, εργοδοτικούς φορείς και Επιμελητήρια.
Αρκετά με την υποκρισία!
Η εργατικότητα πρέπει να επιβραβεύεται, η ασυνέπεια να έχει συνέπειες και η δικαιοσύνη να εφαρμόζεται χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες.
Γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να είναι προνόμιο κανενός πολιτικού χώρου. Και η υπεράσπισή της δεν πρέπει να εξαρτάται από το πολιτικό κόστος!

















