Στην ιερή προγονική γη.
Το ντολμούς άρχισε να μπαίνει στο χωριό. Υπάρχει ένας κεντρικός δρόμος τον οποίο διασχίζοντάς τον, οδηγείσαι στην άλλη άκρη του, προς το Αγίασμα του Αγίου Βαραδάτου. Η πρώτη στάση ήταν κοντά στα τούρκικα νεκροταφεία, στην είσοδο του χωριού, δίπλα στο Δημοτικό σχολείο.
Οι συνειρμοί οδήγησαν τις σκέψεις μου στα λόγια του δάσκαλου Δεληγιάννη που έλεγε ότι στην αυλή του σχολείου βρισκόταν το πρώτο ελληνικό νεκροταφείο, ενώ το άλλο βρισκόταν στην άλλη άκρη του χωριού.
Εδώ έπρεπε να κατέβω, διότι αρχικός προορισμός μου ήταν το δημοτικό σχολείο. Άνοιξα την πόρτα του προαύλιου και βρέθηκα μπροστά σε πολλά ζευγάρια απορημένα ματάκια. Φορούσαν όλα μπλε ποδιά με γιακαδάκι.
Θυμήθηκα τα μαθητικά μου χρόνια, με την ίδια ακριβώς ποδίτσα… μόνο που είχαν περάσει κάπου τριάντα χρόνια από τότε… «Merhaba! Hosgeldiniz!» Γειά σας! Καλώς ήλθατε… με χαιρέτισαν όλα μαζί και με ακολούθησαν μέχρι το γραφείο των δασκάλων.
Διέκρινα από μακριά έναν ξανθομάλλη Τούρκο να έρχεται προς το μέρος μου. Όταν με πλησίασε είδα ότι είχε και γαλάζια μάτια. Ξανθομάλλης και γαλανός Τούρκος… γίνεται καμιά φορά; Εμένα περισσότερο μου θύμιζε Πομάκο της Ροδόπης.
Και όμως… αργότερα μου εξήγησε ότι οι γονείς του κατάγονταν από το χωριό Παλιά Καβάλα του νομού Καβάλας.
Με χαιρέτισε ευγενικά, μόνο υπόκλιση δε μου έκανε. Ήταν ο Μουσταφά Εσέν, ο λογιστής του σχολείου, ο πρώτος κύριος που γνώρισα στο χωριό του παππού μου και ο οποίος έμελλε να γίνει αδελφικός μου φίλος. Καθώς με οδηγούσε προς το γραφείο του διευθυντή, παρατήρησα πως το σχολείο έλαμπε από καθαριότητα.
Στους τοίχους δεν υπήρχε τίποτε, ούτε κάδρα, ούτε αφίσες, ούτε μουντζούρες και συνθήματα. Μπροστά εγώ, πίσω ο Μουσταφά και παραπίσω οι μαθητές απορημένοι ακόμα για το ποιος ήταν ο σπουδαίος μουσαφίρης τους.
Εν τω μεταξύ, στην παρέα μας προστέθηκαν και μερικοί δάσκαλοι που μόλις είχαν τελειώσει τα μαθήματά τους και έτρεξαν να με προϋπαντήσουν.
Ο διευθυντής, ο Ρετζέπ Μπέης με υποδέχθηκε θερμά. Κοντά μας ήρθε ο δάσκαλος των Αγγλικών, οπότε με ευκολία του εξήγησα ότι ήμουν Έλληνας και ήρθα να επισκεφθώ το χωριό των προγόνων μου. Χάρηκε πολύ και μου τόνισε ότι οι κάτοικοι του χωριού είναι όλοι πρόσφυγες και κατάγονται από την Παλιά Καβάλα, την Δάφνη Σερρών και τον Σοχό Λαγκαδά.
Όταν με είδαν τρόμαξαν, μου είπε χαριτολογώντας, διότι αυτήν την εβδομάδα περίμεναν έλεγχο από επιθεωρητές του υπουργείου παιδείας.
Με κέρασαν έναν τούρκικο καφέ, ο οποίος δε θύμιζε τον παραδοσιακό Ελληνικό καφέ.
Ήταν καβουρντισμένος και άνοστος. Κρίμα, διότι ενώ όλοι νομίζουμε ότι στην Τουρκία θα πιούμε το γνήσιο Τουρκικό καφέ, απογοητευόμαστε όταν διαπιστώνουμε ότι αυτό που πίνουμε είναι σκέτο νεροζούμι. Ίσως αυτό να εξηγεί την ιδιαίτερη προτίμηση που δείχνουν στο τσάι …
Ο καφές τους δεν πίνεται με τίποτα…Έβγαλα από την τσάντα μου και τους έδωσα τα στυλό που είχα φέρει μαζί μου για να τα μοιράσουμε στους μαθητές της έκτης τάξης. Η χαρά των μαθητών ήταν απερίγραπτη, έπαιρναν το χέρι μου και το φιλούσαν είναι συνήθεια των Τούρκων να φιλούν το χέρι και μετά να το ακουμπούν στο μέτωπό τους για να δείξουν σεβασμό
σε κάποιον μεγαλύτερό τους.
Εδώ που τα λέμε και τα στυλό δεν ήταν της σειράς.. Τετράχρωμα και μεταλλικά, ένα σωρό λεφτά μου κόστισαν.
Ο Μουσταφά και ο δάσκαλος Αγγλικών, ο Μεχμέτ Απάκ, πρότειναν να με συνοδέψουν και να μου δείξουν το χωριό. Δέχθηκα με ευχαρίστηση και αφού αποχαιρέτησα τους καθηγητές και το Ρετζέπ Μπέη, φύγαμε για το κέντρο του χωριού. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου ήταν ο Γενή Μαχαλάς με πολλά παλιά Ελληνικά σπίτια. Ένα από αυτά, το πιο μεγάλο που μου έδειξε ο Μουσταφά, ήταν το σιδεράδικο του Λουκάκη. Ούτε πρίγκιπας να ήμουν!! Κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, δεξιά και αριστερά σώζονταν ακόμη πολλά ελληνικά σπίτια. Ο Αγά τσεσμές εξακολουθεί να δροσίζει με το νερό του τους περαστικούς διαβάτες. Περνώντας τον Αγά Τσεσμέ, και λίγο πριν φθάσουμε στην κεντρική πλατεία της Στέρνας, στη δεξιά πλευρά διακρίνουμε ένα επιβλητικό κτίριο, με εντυπωσιακά ξύλινα σκαλίσματα.
Παρέμεινε όπως το άφησαν οι δικοί μας. Στην διαδρομή, μέχρι να φθάσουμε στην πλατεία, μας σταματούσαν οι συγχωριανοί και γεμάτοι σεβασμό με χαιρετούσαν … «Ηosgeldiniz efendim. Nasilsiniz! » Σταματούσαν όλοι, ακόμη και αυτοί που έπαιζαν χαρτιά στα καφενεία. Ο Μουσταφά τους εξηγούσε ποιος ήμουν, ενώ συγχρόνως με ξεναγούσε στα
σοκάκια του χωριού…
Μεγάλες στιγμές και μεγαλεία που θα μου μείνουν αξέχαστα!! «Αυτό ήταν το σπίτι του βουτσά- βαρελά του χωριού, του Στρατή Δεληγιάννη», είπε ο Μουσταφά, «γι’ αυτό έχει και τόσο ωραία ξύλινα σκαλίσματα και απέναντί του ήταν το μπακάλικο του Πέτρου Δεληγιάννη».
Φθάσαμε στην πλατεία της Στέρνας με το ιστορικό πηγάδι που πότιζε όλη τη γειτονιά. Βρίσκεται στη μέση της πλατείας με ένα μεγάλο αρχαίο ελληνικό κιονόκρανο σαν σκέπασμα. Στη θέση του παλιού μεγάλου τσιναριού φύτρωσε ένα άλλο, που σκεπάζει με τη σκιά του όλη την πλατεία. Εδώ μαζεύονταν και τα παιδιά του μαχαλά της Στέρνας και
έπαιζαν τα παιχνίδια τους.
Αριστερά βρίσκεται το τζαμί του χωριού το οποίο κτίστηκε το 1935 στα οικόπεδα των οικογενειών των Κωνσταντή, του Παράσχου, του Γιάννη, του Σταυράκη Παπάζογλου, του Χατζήπετρου Παπαδόπουλου και του Θεόφιλου Καραμπουτζακίδη.
Στο σοκάκι που είναι δίπλα στο τζαμί και κατηφορίζει προς την πλατεία της Στέρνας, το χειμώνα με το πολύ χιόνι, τα παιδιά της γειτονιάς έβαζαν τσουβάλια πάνω του και έκαναν τσουλήθρες. Με τη φόρα που είχαν κατέληγαν στο κέντρο της πλατείας δίπλα στο πηγάδι. Αυτό έκανε και η γιαγιά μου η Φωτακίνα και κατέληξε … μέσα στο πηγάδι… Ευτυχώς την
είδαν από το διπλανό καφενείο και την έβγαλαν έξω έγκαιρα.
«Το ξύλο που έφαγα από τον μπουμπάμ το Θεόφιλο ακόμη το θυμάμαι», έλεγε χαριτολογώντας.
Στην πλατεία Στέρνας υπήρχαν τα μουτάφικα των Γιώργου και Θανάση Γιοβάντσου, τα κουρεία του Δημήτρη Σκούτζου και Χριστοφή Δεληγιάννη καθώς και το μπακάλικο του Αυγουστή Γιαννακόπουλου. Στην άλλη πλευρά ήταν το κτίριο της κοινότητας και το σπίτι του Μιλτιάδη του Τριχούλη, όπου λίγα χρόνια πριν την καταστροφή, συνέβη ένα έγκλημα που συντάραξε
την τοπική κοινωνία.
Στα Κουβούκλια δεν επιτρεπόταν στους αρραβωνιασμένους να συναντώνται μεταξύ τους. Όταν τυχαία συνέβαινε αυτό, απέφευγαν ο ένας τον άλλο. Αν ο γαμπρός ήταν πολύ θερμόαιμος και ήθελε περισσότερα… διακινδύνευε την διάλυση του αρραβώνα. Θερμόαιμος ήταν και ο γαμπρός του μπάρμπα Μιλτιάδη του Τριχούλη και μια μέρα, όταν έλειπαν τα πεθερικά του,
μπήκε στο σπίτι για να συναντήσει την καλή του που τον περίμενε με λαχτάρα. Φοβόντουσαν πολύ, αλλά ο έρωτάς τους ήταν μεγάλος. Δυστυχώςόμως για το ερωτευμένο ζευγάρι, τους πήρε χαμπάρι ο γείτονας που ήταν και νονός του κοριτσιού.
Πήρε ένα κοφτερό μαχαίρι και μπήκε στο σπίτι για να σώσει την τιμή του κοριτσιού. Ο γαμπρός πρόλαβε και το έσκασε, η νύφη όμως δέχθηκε την επίθεση με το μαχαίρι από το νονό της για το ρεζιλίκι που τους έκανε βάζοντας στο σπίτι τον αρραβωνιαστικό της. Την έσφαξε σαν τραγί…
Την ιστορία μου την διηγήθηκε με δάκρυα στα μάτια ο μπάρμπα Μιλτιάδης μαζί με την γυναίκα του, τη θειά Ζαφείρα, όταν τους συνάντησα στο
Αδελφικό Σερρών.
Κατάκοιτος ήταν, αλλά όταν έμαθε ότι ήρθε ένα Κουβουκλιωτάκι να τον συναντήσει, ξαναζωντάνεψε, σηκώθηκε από το κρεβάτι και μου διηγήθηκε πολλές ιστορίες. Ιστορίες που τις φύλαγε μέσα του πολλά χρόνια, και ήρθε η ώρα να τις εξομολογηθεί.
Αν πρέπει να είμαι περήφανος στη ζωή μου για κάτι, αυτό είναι γιατί αφιέρωσα ένα κομμάτι της ακούγοντας εξομολογήσεις από τα γεροντάκια αυτά, τα οποία μου εμπιστεύονταν τα εσώψυχά τους, και τον πόνο τους για τη μεγάλη Καταστροφή.
Στο μυαλό τους, επανέρχονταν τα ευτυχισμένα παιδικά τους χρόνια, και εκείνη την στιγμή γίνονταν παιδιά.
Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί μου με πάθος τον Τσακιτζή ή το … μπεγκλεντήμ ντε γκέλμεντην, παλιά τούρκικα παραδοσιακά τραγούδια… «Ιζμιρίν καβακλαρί, ντοκιουλούρ γιαπρακλαρί
μπιζέ ντεντέρλερ Τσακιτζή, γιαρ φιντάν μπόϊλουμ γιακαρίζ κονακλαρί. Σέρβιμ σέντεν ούζουν γιόκ,γιαπραούντα ντούζουν γιόκ Καμαλούντα ζέμπεκ βουρουλντού γιάρ φιντάν μπόϊλουμ τσακιτζή για σώζουμ γιόκ». …..Γιασασίν μπρέ Γιώργο εκατό χρόνια να ζήσεις, τι θυμήθκαμε πάλι οι έρμοι!»
Και αργότερα, πάλι ιστορίες από την Έξοδο, γεμάτες πόνο και δάκρυα. ιστορίες που δε βγαίνουν εύκολα από το νου και δύσκολα ξεπερνιούνται.
Ανεβαίνοντας το σοκάκι του τζαμιού, βγήκαμε σε μια μικρή πλατεία όπου ήταν η ανακαινισμένη βρύση του Αγίου Γεωργίου. Υπάρχει ακόμη η επιγραφή της αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να διαβάσει τα γράμματα που είναι σκαλισμένα πάνω της.
«Η ΒΡΥΣΗ ΑΥΤΗ ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΚΟΥΒΟΥΚΛΙΑΝΩΝ ΚΤΙΤΟΡΩΝ
Τ΄ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΙΘΕ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΙ ΠΑΡ΄ΟΛΩΝ ΑΙΩΝΙΑ. ΕΤΟΣ 1896, ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
5.
Στην αρχή, το μπέρδεψα με το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, αλλά αυτό μου είπαν ότι είχε κατεδαφιστεί παλαιότερα. Δίπλα υπήρχε το βαθύ παλιό
πηγάδι, το οποίο όμως σκέπασαν με χώματα και ξύλα.
Μέσα σε αυτό το πηγάδι Γιώργη μου, όταν φύγαμε ρίξαμε ότι τιμαφλή, μπακίρια, εικόνες, μεταξωτά, είχαμε με την ελπίδα όταν θα γυρίζαμε πίσω να τα παίρναμε, μου εκμηστηρεύτηκε ο θείος ο Δημήτρης Καραμπουτσακίδης από την Γαλάτεια Πτολεμαίδας. Χάθηκαν όλα!!



















