συνέχεια….
Στο χωριό της θείας Γραμμάτας, το Ταχταλή.
Αφού περάσαμε ορισμένα Τουρκοχώρια, φθάσαμε πολύ σύντομα στον
προορισμό μας και οδηγηθήκαμε στην πλατεία του χωριού όπου υπήρχαν
μικρά μαγαζάκια και καφενεία.
Στη μέση της πλατείας υπήρχε ένα τεράστιο πλατάνι κάτω από το οποίο ο
καφετζής είχε τοποθετήσει τραπέζια για τους πελάτες του. Ήταν γεμάτο
το καφενείο όταν πλησιάσαμε και πολλοί σηκώθηκαν για να χαιρετήσουν το
Μουσταφά και τον Μπιλγκίν, τους οποίους προφανώς γνώριζαν.
Τους εξήγησαν ότι είμαι Έλληνας, γεγονός που τους κέντρισε την
περιέργεια και τους ρωτούσαν για ποιο λόγο βρισκόμουν εκεί.
Με τα λίγα Τουρκικά μου κατάλαβα ότι με έβλεπαν με κάποια δυσπιστία,
αφού στις μεταξύ τους συνομιλίες άκουγα συχνά την λέξη γκιαούρης,
δηλαδή άπιστος.
«Ήρθε εδώ να ψάξει να βρει λίρες», πέταξε την εξυπνάδα του κάποιος από
την άλλη πλευρά του καφενείου και όλοι χαχάνισαν.
«Να μας πει που είναι και αν τις βρούμε να τις μοιραστούμε».
Ο Μουσταφά και ο Μπιλγκίν τους εξήγησαν ότι ήρθα να δω τα χωριά των
προγόνων μου και το Ταχταλή ήταν ο τόπος καταγωγής πολλών κατοίκων του
χωριού μου.
Η γειτόνισσά μου, η θεία η Γραμμάτα, η οποία εγκατέλειψε το Ταχταλή σε
ηλικία 12 ετών, καθώς έφευγα από τη Λακκιά μου είπε να προσέχω πολύ
διότι οι Τούρκοι Ταχταλιώτες δεν τους είχαν φερθεί πολύ καλά.
Από αυτήν πήρα πολλές πληροφορίες για το Ταχταλή, που το όνομά του
σήμαινε την έδρα ενός μεγάλου αξιωματούχου.
«Το χωριό πριν την αποχώρηση είχε 250 οικογένειες, εκ των οποίων οι
100 ήταν τουρκικές. Μιλούσαμε την τουρκική γλώσσα. Την ελληνική σπάνια
τη χρησιμοποιούσαμε, αν και στο σχολείο τη διδασκόμασταν.
Την Θεία Λειτουργία στην εκκλησία δεν την καταλαβαίναμε και
αναγκαζόταν ο παπάς να μας εξηγεί το Ιερό Ευαγγέλιο στα τουρκικά».
Πράγματι, οι Ταχταλιώτες στο χωριό μου σπάνια μιλούσαν ελληνικά και
όταν το έκαναν τους κοροϊδεύαμε διότι είχαν μια περίεργη τούρκικη
προφορά. «Στο χωριό μας και κυρίως στην περιοχή Καμπά Γερλέρ»,
συνέχισε η θεία Γραμμάτα, «υπήρχαν παντού διάσπαρτες μαρμάρινες πλάκες
και πήλινα κιούπια.
Οι Τούρκοι χωριανοί δε δούλευαν πολύ, αλλά όλη τη μέρα έψαχναν για
λίρες και χρυσά αρχαία νομίσματα. Πολλοί από αυτούς βρήκαν κάποια τα
οποία πούλησαν και έγιναν πλούσιοι. Έκτοτε άφησαν το χωριό και
εγκαταστάθηκαν στην Προύσα».
Στις άκρες των δρόμων συναντήσαμε αρκετές Τουρκάλες, οι οποίες όμως
δε μας χαιρέτησαν, αντιθέτως προσπάθησαν να μας αποφύγουν. Φθάσαμε στο
τούνελ που μου είχε αναφέρει η θεία Γραμμάτα. Εξωτερικά ήταν σε καλή
κατάσταση αλλά εσωτερικά ήταν γεμάτο με πέτρες και ξύλα. θυμήθηκα τότε
τα λόγια της…
«Στο Ταχταλή είχαμε πολλά νερά, επειδή το χειμώνα έπεφτε πολύ
χιόνι, και γι’ αυτό το λόγο υπήρχαν εννέα νερόμυλοι.
Τα χωράφια ήταν πολύ εύφορα, και στους κήπους μας υπήρχε αφθονία
ζαρζαβατικών.
Στον κάμπο καλλιεργούσαμε σιτηρά και ροδάκινα, ενώ στην άλλη
πλευρά που υπήρχαν λόφοι είχαμε αμπέλια και βγάζαμε πολύ καλό κρασί.
Οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνταν με τη σηροτροφία και την
καλλιέργεια μουριών για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων.
Στα τέλη Απριλίου, έπαιρνε η μάνα μου το σπόρο των κουκουλιών
και τον πήγαινε στην εκκλησία, όπου έμενε σαράντα μέρες. Μετά τον
ευλογούσε ο παπάς και τον παίρναμε πίσω στο σπίτι.
Αν δεν έπαιρνε την ευλογία του Αγίου, προκοπή δε θα είχαμε.
Η εκκλησία μας ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Θόδωρο τον Τήρωνα. Στο κέντρο
της ήταν ζωγραφισμένος ο Παντοκράτορας, έργο σπουδαίου ζωγράφου. Όλο
το χρόνο περιμέναμε τη μέρα του Αγίου για να γιορτάσουμε το πολύ
όμορφο πανηγύρι μας.
Τα παλικάρια του χωριού έπιναν πολύ κρασί με αποτέλεσμα να μαλώνουν με
τους Τούρκους για ασήμαντες διαφορές. Έτσι χαλούσε το πανηγύρι συχνά,
διότι δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φιλονικίες αυτές οδηγούσαν σε
μαχαιρώματα και φόνους. Θυμάμαι τη γειτόνισσα μας, τη θειά Μαλαματού
που έχασε το παλικάρι της, και συνέχεια τραγουδούσε στα τούρκικα αυτό
το τραγουδάκι ….
«Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, Το αίμα σου έτρεχε νερό.
Αχ, Θόδωρέ μου, οι τελευταίες σου κουβέντες ήταν αυτές».
Κοντά στον περίβολο της εκκλησίας ήταν το δημοτικό σχολείο. Οι
περισσότεροι το βλέπαμε από μακριά, διότι οι γονείς μας δε μας
έστελναν σχολείο, για να τους βοηθάμε στις δουλειές του σπιτιού. Τα
κορίτσια πολλές φορές τη γλιτώναμε και μέναμε στο σπίτι κάνοντας
σπιτικές δουλειές που ήταν πιο εύκολες. Στα χωράφια πήγαιναν πιο πολύ
τα αγόρια.
Το αποτέλεσμα ήταν να μένουμε αγράμματες και τώρα δεν ξέρουμε ούτε το
όνομά μας να γράψουμε. Και το παράδοξο είναι ότι κάθε οικογένεια, είχε
ένα κορίτσι το οποίο το ονόμαζε Γραμματική ή Γραμμάτα ή Γραμματού…
Στο Ταχταλή είχαμε και το Αγίασμα του Αγίου Ιωάννη. Μια φορά που
αρρώστησα, με πήγε εκεί η μάνα μου και με έπλυνε. Μετά έκοψε μια
κλωστή από τα ρούχα μου και την τοποθέτησε στα κλαδιά του γειτονικού
θάμνου.
Με αυτόν τον τρόπο, έλεγε, μεταφέρθηκε η αρρώστιά μου στο θάμνο και
έγινα καλά. Ήταν πλούσιο το χωριό, καθώς είχε τέσσερα μπακάλικα,
τέσσερα καφενεία και παλαιότερα ένα χαμάμ, το οποίο στα νεώτερα χρόνια
το εκμεταλλεύονταν οι Τούρκοι. Δίπλα στα σπίτια μας υπήρχαν τα
υπολείμματα ενός τείχους και η είσοδος του περιβόητου τούνελ, το οποίο
συνέδεε το Ταχταλή με το γειτονικό χωριό Κίτα».
Η Κίτα ή Κατοικία ή Κοίτεια ή Σμυράλεια, ήταν ένα διπλανό χωριό το
οποίο εξισλαμίστηκε τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Τούρκων στην
περιοχή, και οι περισσότεροι κάτοικοί του διασκορπίστηκαν στα γύρω
μεγάλα, όπως τα Κουβούκλια, ελληνικά χωριά.
Ένας φίλος μου Τούρκος ιστορικός μού είπε ότι, το όνομα Κίτα το
εδωσαν Μανιάτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν το χωριό τους στην Μάνη, που
και σήμερα λέγεται Κίτα, κατά την διάρκεια της κατάληψης της
Πελοποννήσου από τους Ρωμαίους, και ήρθαν στην Μικρά Ασία αναζητώντας
καλύτερη τύχη.
Ακόμη και σήμερα διακρίνει κανείς υπολείμματα του σπουδαίου τείχους
της, οι πέτρες του οποίου χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των
σπιτιών των κατοίκων του χωριού. Ήταν γνωστή από την εποχή του
Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει……
«Νικαίας ποιούμενος τον λόγον και Ασκανίας λίμνης προστίθησιν, ότι και
πολίχνιον Μυθόπολις και Καισάρεια και ετέρα Σμυράλεια μετονομασθείσα
έπειτα Κοίτεια».
Ο παππούς Φωτάκης όταν κάποτε μιλούσαμε για την Κίτα, μου είπε ότι
οι παππούδες του έμεναν σε αυτό το χωριό και το εγκατέλειψαν για να
εγκατασταθούν στα Κουβούκλια, διότι δεν αισθάνονταν πολύ άνετα εκεί
επειδή είχαν έλθει πολλοί Τούρκοι από τα βάθη της Ασίας.
Eν τω μεταξύ, στο καφενείο είχε έρθει ο φίλος του Μπιλγκίν, που ήταν
ένας από τους πιο πλούσιους του χωριού και επέπληξε τις χωριανούς του
για τα πειράγματά τους σχετικά με τις χρυσές λίρες. Αφού ήπιαμε αρκετά
ποτηράκια τσάι, κατά τη συνήθεια των Τούρκων, ξεκινήσαμε την ξενάγηση
στο χωριό.
Ανηφορίσαμε το κεντρικό καλντερίμι, περάσαμε δίπλα από ένα παλιό και
ιστορικό τζαμί και φθάσαμε στον Ελληνικό μαχαλά.
«Εδώ ήταν η εκκλησία», είπε ο Χασάν Μπέης. «Δυστυχώς πριν από πολλά
χρόνια έπεσαν ο τρούλος και τα ντουβάρια και δεν απέμεινε τίποτε. Κάνε
όμως λιγάκι υπομονή και αργότερα, όταν θα πάμε σπίτι μου, θα σου δείξω
κάτι που πριν πολλά χρόνια μου έφερε ο γιος μου από την εκκλησία και
το κράτησα για ενθύμιο».
Το Ταχταλή είναι ένα χωριό που δεν αναπτύχθηκε καθόλου. Σήμερα έχει
περίπου 300 κατοίκους. Άσχημοι δρόμοι, πολλά παλιά ελληνικά σπίτια, τα
οποία ακόμη κατοικούνται, και παντού δεξιά και αριστερά σπαρμένες
μαρμάρινες επιγραφές και κολώνες.
Υπήρχαν βέβαια και καινούργια σπίτια, αλλά και σε αυτά δίπλα
διατήρησαν τα παλιά ελληνικά, τα οποία χρησιμοποιούν σαν αποθήκες. Όλο
αυτό το σύνολο αφήνει αισθητικά μια πολύ άσχημη εικόνα. Λίγο αργότερα,
στο σπίτι του Χασάν Μπέη, μας κέρασαν τσάι με μπομπότα.
Έβαλαν, όπως συνήθιζαν, πάνω στην πίτα και πετμέζι το οποίο μύριζε
υπέροχα. Με την πείνα που είχα την έφαγα αμέσως.
Έξω στην αποθήκη, ο ευγενέστατος και φιλόξενος Χασάν Μπέης μου έδειξε,
όπως μου υποσχέθηκε, τη μαρμάρινη επιγραφή από την εκκλησία του Αγίου
Θεοδώρου του Τήρωνα, την οποία δυστυχώς τώρα τη χρησιμοποιούσε σαν
σκαλοπάτι.
Την κοίταξα προσεκτικά και διάβασα:
«Ο ΠΕΡΙΚΑΛΛΗΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΚΑΙ
ΔΑΠΑΝΗ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗΔΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΟΙΚΟΥΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΙΛΕΛΕΗΜΟΝΩΝ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΥΝΔΡΑΜΟΝΤΩΝ. ΕΠΟΝΟΜΑΤΙ ΔΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ ΟΥΤΟΣ Ο ΘΕΙΟΣ ΟΙΚΟΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ ΟΥ ΤΑΙΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ
ΡΥΣΘΕΙΗΕΝ ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΕΚ ΠΑΘΟΥΣ ΟΛΕΘΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΠΛΑΝΗΣ
ΟΥΤΟΙ ΔΕ ΠΑΝΤΕΣ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΙ ΚΤΗΤΟΡΕΣ ΓΕΓΟΝΟΤΕΣ ΤΟΝ ΜΙΣΘΟΝ ΕΞΟΥΣΙ ΠΑΡΑ
ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΜΙΣΟΑΠΟΔΟΤΟΥ».
Συγκινήθηκα που είχα στα χέρια μου ένα τέτοιο σημαντικό εύρημα και
είπα στο Χασάν Μπέη να το προσέχει για να μην καταστραφεί. Συμφώνησε
και μάλιστα μου πρότεινε να το πάρω μαζί μου. Κάτι τέτοιο βέβαια ήταν
αδύνατο, διότι η τούρκικη αστυνομία είναι αμείλικτη στους παραβάτες,
και δη στους αρχαιοκάπηλους.
Ευχαρίστησα το Χασάν Μπέη για την ευγενική προσφορά, χαιρετήσαμε την
ευγενέστατη σύζυγό του και φύγαμε για τα Κουβούκλια.
Φθάνοντας στα Κουβούκλια άκουσα το μουεζίνη να αναγγέλλει κάτι, ενώ
διέκρινα μια αναστάτωση ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού. Προφανώς
κάτι κακό είχε συμβεί.
Ρώτησα το Μουσταφά τι είχε συμβεί και όλοι φαίνονται τόσο
αναστατωμένοι. «Όταν πεθαίνει κάποιος μουσουλμάνος, ο μουεζίνης
ανεβαίνει στο μιναρέ και αναγγέλλει το θάνατο του, προσκαλώντας τους
χωριανούς στην κηδεία του.
Σήμερα συνέβη ένα δυστύχημα στο χωριό που κόστισε τη ζωή της
οκτάχρονης κόρης του καφετζή. Έπαθε ηλεκτροπληξία, προσπαθώντας να
βάλει στην πρίζα την ηλεκτρική σκούπα, και πέθανε ακαριαία.
Τώρα στο σπίτι η μητέρα του μαζί με άλλες γυναίκες θα καθαρίσουν το
νεκρό σώμα, θα το τυλίξουν γυμνό σε άσπρο σεντόνι και οι άνδρες θα το
μεταφέρουν έξω από το τζαμί, όπου ο ιμάμης θα διαβάσει τις απαραίτητες
ευχές.
Οι γυναίκες συνήθως θρηνούν το νεκρό στο σπίτι και δεν έρχονται ούτε
στο νεκροταφείο».
Φθάσαμε στο τζαμί την ώρα που έφερναν τη σωρό του κοριτσιού μέσα σε
ένα ξύλινο κιβώτιο.
Ο δύστυχος πατέρας ήταν συντετριμμένος. Καθώς τον γνώριζα – τον είχα
συναντήσει πολλές φορές στο καφενείο και με είχε κεράσει τσάι – τον
πλησίασα για να του εκφράσω τη λύπη μου για τον άδικο χαμό του παιδιού
του.
Η πομπή που αποτελούνταν μόνο από άνδρες, κατευθύνθηκε προς το
νεκροταφείο, ενώ στη διαδρομή προστέθηκαν και άλλοι θρηνούντες
κάτοικοι. Οι γυναίκες παρακολουθούσαν από τα παράθυρα των σπιτιών ή
από μακρινή απόσταση.
Στο νεκροταφείο, μου έκανε εντύπωση ότι σε πολλούς τάφους, πάνω στη
μαρμάρινη πλάκα έγραφαν και την καταγωγή του αποθανόντος:
«KAVALARI SAKIR – VODENALI HASAN -SELANIKLI MUSTAFA»
«DRAMALI SEFER -FLORINALI MUZAFER- KARAFERYALI MEHMET»
Μετά την ταφή επιστρέψαμε στο καφενείο, όπου ο πατέρας του παιδιού
μας κέρασε τσάι και μας εξήγησε, ήρεμος πια, πως συνέβη το άτυχο
περιστατικό.
Μου έδειξε μια φωτογραφία του παιδιού και δάκρυσε. Ήταν το καμάρι του.
Ένα αγγελουδάκι με το απαραίτητο χοντροκομμένο σαλβάρι και το τσεμπέρι
στα μαλλιά, που του πρόσθεταν μεν χρόνια, αλλά δεν αφαιρούσαν τίποτε
από την παιδική αθωότητα και ομορφιά .
Τον συμπονούσα. Ο πόνος των όλων των γονιών ανά τον κόσμο είναι το
ίδιο αβάσταχτος. Τι σημασία έχει αν είσαι Τούρκος ή Έλληνας… σ’ αυτά
τα θέματα δεν χωρούν φυλετικές διακρίσεις… Εκείνη τη στιγμή στο
πρόσωπο αυτού του τραγικού πατέρα θρηνούσαμε το χαμό της μικρής Αϊσέ,
ενώ μέσα μας ευχόμασταν να έχουν καλύτερη τύχη τα δικά μας παιδιά.
Χάθηκα για λίγες στιγμές σε ένα λαβύρινθο σκέψεων…
Στην πραγματικότητα με επανέφερε η φασαρία που επικρατούσε γύρω μας,
κυρίως από αυτούς που έπαιζαν ένα παιχνίδι σαν το ντόμινο. Χτυπούσαν
τα πούλια μέσα στην τάβλα με δύναμη και αυτά έκαναν μεγάλο θόρυβο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού υπήρχε μεν η σχετική καζούρα, αλλά
ποτέ φασαρίες και μαλώματα.
Μετά τη θλιβερή αυτή παρένθεση, αποφασίσαμε πως έφτασε η ώρα να
συνεχίσουμε την περιήγηση μας στη γύρω περιοχή και έτσι αφού ήπιαμε το
τσάι μας, φύγαμε με το Μουσταφά για το επόμενο χωριό.
Ήταν το Γιαϊλατζήκι, που βρισκόταν δίπλα στο Ταχταλή.
Από το Γιαϊλατζήκι κατάγονταν ο κυρ Χρήστος από το Βαθύλακο Κοζάνης, ο
πατέρας του φίλου μου του Σάκη Παρσονίδη. Αυτός ήταν ένας από τους
τυχερούς παππούδες που κατάφερε να ξαναδεί το χωριό του χάρη στο γιο
του, ο οποίος επισκέπτεται συχνά την πατρίδα των γονιών του.
Όταν λοιπόν συνάντησα τον κυρ Χρήστο στην Κοζάνη, μου άνοιξε την
καρδιά του για το όμορφο χωριό του:
«Στο χωριό μου ζούσαν 250 ελληνικές οικογένειες και 30 τούρκικες.
Πολλά χρόνια πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή ήρθαν και εγκαταστάθηκαν
στο χωριό Έλληνες τεχνίτες, κτίστες, μαραγκοί από την Κοζάνη και την
Ήπειρο, οι οποίοι παντρεύτηκαν, απέκτησαν οικογένεια και παρέμειναν
εκεί μέχρι την αναγκαστική αποχώρηση.
Μιλούσαμε μεταξύ μας περισσότερο την τουρκική γλώσσα και σπάνια την
ελληνική. Γι’ αυτόν το λόγο, όπως και στα περισσότερα τουρκόφωνα
χωριά, την Κυριακή κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, αναγκαζόταν
ο παπάς να επεξηγεί το Ευαγγέλιο στα τούρκικα.
Εμείς μέναμε κοντά στην εκκλησία του χωριού, η οποία ήταν αφιερωμένη
στον Άγιο Δημήτριο και είχε κτιστεί το 1899 από έναν σπουδαίο Ιταλό
τεχνίτη. Στον περίβολό της υπήρχε το νέο δημοτικό σχολείο.
Λίγο πιο μακριά ήταν και το παλιό, το οποίο όμως εγκαταλείψαμε όταν
κτίστηκε το καινούργιο, περίπου το 1910.
Άδικα πηγαίναμε στο σχολείο, δε μαθαίναμε και πολλά. Άσε που οι
περισσότεροι το εγκατέλειπαν μετά δυο με τρεις τάξεις, για να
βοηθήσουν τους γονείς στους στις αγροτικές δουλειές. Τα κορίτσια ήταν
σε δυσμενέστερη θέση, διότι τα περισσότερα από αυτά βοηθούσαν και τους
δυο γονείς, στα χωράφια αλλά και στο σπίτι. Οι λίγοι που πήγαιναν
σχολείο για να παρακολουθήσουν τα μαθήματα, διδάσκονταν Καραμανλήδικα,
δηλαδή τούρκικα με ελληνικούς χαρακτήρες.
Οι κύριες ασχολίες του χωριού ήταν η σηροτροφία και τα καπνά. Θυμάμαι
τους έμπορους του καπνού που έρχονταν στο σπίτι. Ανέβαιναν στο τρίτο
πάτωμα, όπου ξεραίναμε τα καπνά για να ελέγξουν την ποιότητά τους και
να τα αγοράσουν. Όταν έφευγαν βλαστημούσε ο πατέρας μου…..
«Αλάχ μπελανίβερσιν, αυτοί είναι χειρότεροι και από τους Εβραίους.
Έριξαν πάλι τις τιμές».
Όταν όμως έφερναν τα λεφτά για να πληρώσουν τα καπνά, γελούσαν και τα
μουστάκια του. Έπαιρνε την μάνα μου και πήγαιναν στην Προύσα, που
απέχει λίγα χιλιόμετρα από το χωριό, για τα απαραίτητα ψώνια του
σπιτιού.
Είχαμε και στο χωριό δυο μπακάλικα και δυο καφενεία, αλλά για τα
μεγάλα ψώνια όλοι πήγαιναν στην Προύσα. Επέστρεφαν πάντα χαρούμενοι
και έδιναν και σ’ εμάς κανέναν παρά για να αγοράσουμε ζαχαρωτά, ως
αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσφέραμε.
Το βράδυ μαζεύονταν στα καφενεία και συζητούσαν για τις τιμές των
καπνών και των κουκουλιών, έπιναν καμιά ρακί, κανένα μεζέ και οι φωνές
και τα τραγούδια τους ακούγονταν σε όλο το χωριό.
Αν μάλιστα στο καφενείο- που ήταν και ξενώνας – απέναντι από την
εκκλησία, φιλοξενούσαν κάποιον Τούρκο, τον καλούσαν και αυτόν και το
γλέντι γίνονταν τρικούβερτο.
Κάτι θυμήθηκε φαίνεται ο κυρ Χρήστος, μερακλώθηκε – είχε πιει πριν
λίγο και μια ρακί – και άρχισε να τραγουδά με τη σέρτικη φωνή του…….
«Begledim de gelmedin, sevdigimi bilmedin gozyasimi silmedin, hic mi
beni sevmedin. Soyle, soyle hic mi beni sevmedin.
Bir opucuk ver bana, yalvariyorum sana beni kucaklarsana, kollarina alsana.
Soyle, soyle hic mi beni sevmedin».
Τραγουδούσε ωραία ο κυρ Χρήστος. Και όσο τραγουδούσε αυτός, τόσο
περισσότερο δάκρυζε η γυναίκα του. Ωραίο τραγούδι το μπεγκλεντήμ, αλλά
πολύ λυπητερό. Το θυμάμαι από τον κινηματογράφο, όταν έπαιζαν στο
χωριό έργα με τον περίφημο Τούρκο ηθοποιό και τραγουδοποιό Ζεκί
Μουρέν.
Τραγουδούσε ο Ζεκί στο πανί και από κάτω όλες οι θειες και οι κυράτσες
του χωριού έκλαιγαν.
«Να μη ξεχάσω να αναφέρω, Γιώργη, τα πανηγύρια που κάναμε στο χωριό
όταν γιόρταζαν τα Αγιάσματα του Αγίου Ιωάννη στις 23 Ιουνίου, που
βρίσκονταν στα νότια του χωριού, και της Αγίας Κεφαλής στις 29
Αυγούστου. Πηγαίναμε στα Αγιάσματα και μετά τη Θεία Λειτουργία,
τρώγαμε, πίναμε και χορεύαμε μέχρι να βραδιάσει.
Μόλις ερχότανε το βράδυ όμως, μαζευόμασταν στα σπίτια μας και
κοιμόμασταν νωρίς, διότι την επόμενη μέρα έπρεπε να πάμε για δουλειά
πρωί- πρωί.
Μετά την Καταστροφή οι χωριανοί μου εγκαταστάθηκαν στο νομό Ξάνθης και
στο Μαυροδέντρι Κοζάνης.
Αν πάς Γιώργο στο χωριό, πάρε ένα φακελάκι καφέ και δώσ’ το στον
πρόεδρο του χωριού, τον Χουσεΐν. Πες του χαιρετίσματα από τον κυρ
Χρήστο».



















