Τις πολεμικές συρράξεις διαδέχονται καιροί ειρηνικοί, κατά τους οποίους οι άνθρωποι βαθειά προβληματισμένοι από την αγριότητα του πολέμου και τις ολέθριες συνέπειές του αγωνίζονται να επιτύχουν ηθική ανάταση και με ενθουσιασμό να ανασυγκροτήσουν τις ρημαγμένες κοινωνίες τους. Στην προσπάθειά τους αυτή διαπράττουν σοβαρό σφάλμα κατά τη διδασκαλία της ιστορίας. Προβάλλονται μόνο οι ένδοξες σελίδες της ιστορίας και συγκαλύπτονται με επιμέλεια οι μελανές, σαν να μη προσφέρονται και αυτές προς εξαγωγή χρησίμων διδαγμάτων. Ο τραγικός Ευριπίδης έγραψε ότι είναι ευτυχής εκείνος που έμαθε την ιστορία. Δεν νομίζω ότι προϋπόθεση της ευτυχίας είναι η γνώση. Πάντως ο γνώστης της ιστορίας είναι οπωσδήποτε νουνεχής και δεν παρασύρεται από τα φληναφήματα των δημαγωγών.

Αναμφισβήτητα το έθνος μας στη μακραίωνη ιστορία του των τεσσάρων χιλιετιών έγραψε ίσως την πλέον σημαντική ιστορία στο πλανητικό στερέωμα. Είναι σοβαρό σφάλμα, μετά από πολέμους, τότε που επιδιώκεται η ανύψωση του ηθικού, να εστιάζουμε την προσοχή μας μόνο στις λαμπρές πολεμικές επιτυχίες και να θέτουμε σε δεύτερη μοίρα τα λαμπρά επιτεύγματα κατά τις περιόδους ειρήνης. Είναι σφάλμα όμως σοβαρότερο, όταν, απολαμβάνοντας τα αγαθά της ειρήνης, επιδιώκουμε, στο όνομα μιας επίπλαστης ειρηνοφιλίας, να επιχειρούμε την υποβάθμιση των λαμπρών πολεμικών επιτευγμάτων του έθνους.

Σε κάθε περίοδο πολέμου ή ειρήνης οι λαοί γράφουν λαμπρές, μη άξιες λόγου και μελανές σελίδες ιστορίας. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ανάξιες λόγου αυτές που γράφουμε ως έθνος σήμερα, αν δεν επισημάνουμε, λόγω ηθικής τύφλωσης, ότι αυτές είναι ζοφερές και τείνουν να καταστούν ζοφερότερες. Κύριος λόγος είναι ότι δεν θέλουμε να διδαχθούμε πρώτα και να διδάξουμε στη συνέχεια τη νέα γενιά την ιστορία. Και δεν είναι υπερβολικό να υποστηρίζεται ότι λαός που λησμονεί την ιστορία του δεν έχει μέλλον.

Πανηγυρίζουμε την 28η Οκτωβρίου μία από τις τελευταίες λαμπρές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας του έθνους μας. Η σοβούσα κρίση, λόγω της πανδημίας, όπως έχει χαρακτηριστεί, μεταξύ άλλων συνετέλεσε στη ματαίωση των παρελάσεων των μαθητών. Κάποιοι ίσως θεωρήσουν το μέτρο υπερβολικό και θα σταθούν επικριτικά κατά της απόφασης. Ας αναρωτηθούμε όμως με διάθεση αυτοκριτικής: Τί ήταν οι παρελάσεις των τελευταίων δεκαετιών, οι οποίες υπήρξαν και αντικείμενο αντιπαράθεσης «προοδευτικών» – «συντηρητικών», με τους μεν να θεωρούν ότι καλλιεργούν στρατοκρατικό πνεύμα και τους δε να υπεραμύνονται για τη σπουδαία σημασία τους. Οι παρελάσεις ήταν ένας εμφανής εμπαιγμός των μεγαλύτερων μαθητών, που, διαθέτοντας κάποια κρίση, έχουν καταλήξει στη διαπίστωση ότι και εμείς οι μεγάλοι εμπαίζουμε εκείνους που έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα! Όσο για τους μικρότερους ήταν εμφανέστατη η ανεπαρκής προετοιμασία, καθώς δεν αρκεί η άσκηση στον ορθό βηματισμό, αλλά πρώτιστης σημασίας είναι η καλλιέργεια πατριωτικού φρονήματος στα σχολεία, φρονήματος το οποίο έχουν αποβάλλει εν πολλοίς «προοδευτικοί» και «συντηρητικοί», διαποτισμένοι από την ιδεολογία ενός άκρως επικινδύνου για κάθε έθνος διεθνισμού.

Αυτό δεν είναι γνώρισμα της εποχής μας και μόνο. Σε κάθε εποχή, όσοι επιδιώκουν την απεμπόληση του χρέους βρίσκουν τρόπους να διαφεύγουν, ιδιαίτερα όταν η ατιμωρησία των μειοδοτών ακόμη και των προδοτών είναι δεδομένη. Και η ατιμωρησία των ριψάσπιδων είναι γνώρισμα κοινωνιών που βιώνουν παρακμή. Ένας απ’ αυτούς υπήρξε και ο ποιητής Αρχίλοχος (7ος αιών π.Χ.), ο οποίος μας άφησε ποίημα, στο οποίο εξυμνεί το «κατόρθωμά» του να πετάξει την ασπίδα του για να σωθεί. Τονίζει μάλιστα χαρακτηριστικά: « Ο Αρχίλοχος να είναι καλά και από ασπίδες…». Ριψάσπιδες υπήρξαν και υπάρχουν σε κάθε εποχή. Στη σύγχρονη αυτοί, έχοντας «μέσο», παραμένουν σε κάποιο θερμαινόμενο γραφείο, όταν οι άλλοι βιώνουν στην ύπαιθρο υπό δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες και υπό τα καταιγιστικά πυρά του εχθρού. Ριψάσπιδες είναι και όσοι παίρνουν το πρώτο μεταφορική μέσον των «συμμάχων» και αναχωρούν για ασφαλές μέρος, προκειμένου να συνεχίσουν εκεί τον «αγώνα», αφήνοντας τον υποταγμένο λαό στο έλεος των κατακτητών.

Χειρότεροι από τους ριψάσπιδες είναι οι μειοδότες. Πρόκειται για όλους εκείνους, οι οποίοι κατά καιρούς τίθενται στην υπηρεσία ισχυρών ξένων δυνάμεων ή παραγόντων και θέτουν το προσωπικό τους όφελος υπεράνω της πατρίδος. Στιγματίζει όλους αυτούς ο Μακρυγιάννης γράφοντας χαρακτηριστικά για τους πολιτικούς του καιρού του: « Άλλος το ήθελεν αγγλικόν άλλος ρούσικον, άλλος γαλλικόν» . Έτσι το ήθελαν και οι κομματάρχες του εν πολλοίς άδολου λαού μας, ο οποίος υπέστη μύριες όσες θυσίες κατά τον πόλεμο και την κατοχή. Συνέπεια: Ο εμφύλιος που ακολούθησε (1946-1949) και ολοκλήρωσε την καταστροφή που επέφεραν οι κατακτητές μας. Σήμερα, στα ιστορικά τμήματα των ΑΕΙ οι φοιτητές θα διδαχθούν κατά κόρο ότι μειοδότες υπήρξαν κατά την τουρκοκρατία οι του κλήρου, ιδίως του ανώτερου (επίσκοποι), οι οποίοι υποτάχθηκαν προς ίδιον όφελος στον κατακτητή, για να δρέψουν προνόμια. Πλησιάζουν τα 200 έτη από την έναρξη της επανάστασης και δεν φαίνεται να υπάρχει διάθεση να αντικρουστούν οι ανιστόρητες αυτές και συκοφαντικές θέσεις, απόρροια δυτικών ιδεοληψιών, που δηλητηριάζουν τον λαό μας ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Χειρότεροι όμως από τους μειοδότες είναι οι προδότες. Και δεν ανέδειξε λίγους από αυτούς το έθνος μας σε κάθε περίοδο της ιστορίας του. Συνήθως καυχόμαστε, επειδή το έθνος μας ανέθρεψε αμέτρητους ήρωες. Βαυκαλιζόμαστε με το ρηθέν ότι στο εξής, μετά τη λήξη του πολέμου, «δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες»! Μήπως όμως δεν ανέθρεψε το έθνος μας και αμέτρητους προδότες. Δεν είναι μόνο ο Εφιάλτης και ο Πήλιος Γούσης, οι μόνοι που μαθαίνουν οι μαθητές στα θρανία του σχολείου. Είναι και πολλοί άλλοι διαχρονικά. Είναι κατά την τελευταία ξένη κατοχή οι άνθρωποι με την προσωπίδα, όχι μάσκα αλλά κουκούλα, που υποδείκνυαν στους κατακτητές ποιοι ήταν επικίνδυνοι γι’ εκείνους. Είναι οι άλλοι που επωφελήθηκαν από τη λιμοκτονία του πληθυσμού των μεγάλων αστικών κέντρων, ώστε να αισχροκερδίσουν πουλώντας μικρή ποσότητα τροφίμων απόλυτης ανάγκης έναντι μικρής περιουσίας! Είναι τέλος εκείνοι που συνέπραξαν στρατιωτικά με τον κατακτητή. Και όλοι αυτοί στην πατρίδα μας έμειναν ατιμώρητοι.

Οι πατριώτες υπήρξαν ασφαλώς κατά πολύ πολυπληθέστεροι. Βροντοφώναξαν «παρών» στο προσκλητήριο της πατρίδας. Όχι μόνο οι αγρότες και οι μεροκαματιάρηδες των αστικών κέντρων, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι: Επιστήμονες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες. Δεν αγαπούσαν εκείνοι την ειρήνη, όπως διακηρύσσουμε ότι την αγαπούμε εμείς σήμερα; Δεν είχαν αφήσει την αγαπημένη τους στην αγωνία της άφιξης του ταχυδρόμου, προκειμένου να ακούσει το όνομά της ως παραλήπτριας επιστολής; Δεν έφερναν στο νου τους τα χαριτωμένα πρόσωπα των πολυαγαπημένων τους παιδιών, που στον αποχαιρετισμό δεν κατανοούσαν, γιατί τα μάτια όλων, όσοι είχαν απομείνει πίσω ήταν βουρκομένα; Δεν είμαστε εμείς σήμερα οι απόγονοι εκείνων που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα κακοτράχαλα βουνά, που γύρισαν ακρωτηριασμένοι από τα εχθρικά βλήματα ή τα κρυοπαγήματα; Τί μας έχει πιάσει και εκδηλώνουμε μανία εθνικής αυτοκαταστροφής; Πιστεύουμε ότι θα επιβιώσουμε ως άτομα, αν το έθνος μας σβήσει. Ναι θα επιβιώσουμε, αλλά χωρίς τιμή, όπως οι διαχρονικά ριψάσπιδες, μειοδότες ή προδότες. Για την κατάπτωση ή τον αφανισμό ενός έθνους υπεύθυνοι είναι πολλοί και όχι μόνο εκείνοι που προβάλλονται, αν προβάλλονται, ως αποδιοπομπαίοι τράγοι.